ΧΛΩΡΙΔΑ – ΠΑΝΙΔΑ

Σύντομη περιγραφήΙστορίαΛαογραφίαΠαράδοση – Χλωρίδα & Πανίδα – Τέχνη & ΔημιουργίαΑγροτικός κόσμοςΠολιτιστικός ΣύλλογοςΒάϊος Μαλλιάρας

Βγαίνοντας από την κοιλάδα των Τεμπών ο Πηνειός ρέει για σύντομοδιάστημα σε μια χαμηλή προσχωματική περιοχή, που ο ίδιος ο ποταμός έχεισχηματίσει και εκβάλλει στο Αιγαίο πέλαγος νότια του ακρωτηρίου τουΠλαταμώνα και βόρεια του χωριού Στόμιο. Στις εκβολές του ο Πηνειόςσχηματίζει δέλτα, καθώς η επίδραση των κυμάτων στην περιοχή δεν ευνοείτην κατά μήκος πρόσχωση και την ανάπτυξη μεγάλου δέλτα. Αντίθετα ταφερτά υλικά διασκορπίζονται σχεδόν ομοιόμορφα εκατέρωθεν των εκβολώνσχηματίζοντας μετωπικές επιφάνειες πρόσχωσης. Σε περιόδους έντονωνβροχοπτώσεων ο ποταμός μεταφέρει μεγάλη ποσότητα φερτών υλικών μεαποτέλεσμα να προσχώσει την κοίτη και να εκτρέπεται από την αρχική τουδιεύθυνση. Με τον τρόπο αυτό το σημείο των εκβολών του έχει μεταφερθείτα τελευταία 100 χρόνια βορειότερα, απομακρυνόμενο από το χωριό Στόμιο.Η περιοχή του Δέλτα του Πηνειού, των Τεμπών και των βουνών ΚάτωΌλυμπος και Όσσα αποτελεί ένα εκτενές φυσικό οικοσύστημα. Περιλαμβάνειπαραλιακά και παραποτάμια δάση, αμμώδεις θαμνότοπους και θίνες.
Η χλωρίδα του Δέλτα παρουσιάζει την εξής μορφή :
1)
Επιφάνεια που καλύπτει συνολικά υγρόβια (ελόβια) βλάστηση (π.χ.καλάμια, βούρλα, νούφαρα, νεροκάρδαμο κ.λ.π.).
2)
Παρόχθια βλάστηση (κωνοφόρα, φυλλοβόλα, θάμνοι, πόες).
3)
Υδρόβια βλάστηση.
Πλάτανος
: Ο πλάτανος είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο, μακρόβιο φυτό τηςοικογένειας πλατανίδες με 10 είδη μεγάλων δέντρων φυλλοβόλων, τηςΑνατολικής Ευρώπης, της Ασίας και της βορείου Αμερικής. Ο φλοιός τουδέντρου είναι λεπιδώδης, τα φύλλα και τα παράφυλλα είναι μεγάλα, τα άνθημονογενή, ανεμόγαμα σε διαφορετικές ταξιανθίες κυρίως σφαιρικές. Οκαρπός είναι μικρός, σφαιρικός, σκληρός και φέρει θύσανο τριχών. Τοψηλότερο είδος είναι ο Αμερικανικός πλάτανος ξεπερνώντας σε ύψος τα 50 μέτρα. Καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό φυτό για τη σκιά του και τη ξυλείατου. Ο κοινός πλάτανος βρίσκεται στην Νοτιοανατολική Ευρώπη μέχρι τηνΙνδία σαν αυτοφυής, αλλά καλλιεργείται κιόλας για τη σκιά του σε φυτώρια,κυρίως στη Βαλκανική χερσόνησο. Αυτός μπορεί να φτάσει και τα 30 μέτρα σεύψος, ο κορμός του είναι χοντρός φτάνοντας σε διάμετρο και τα 4 μέτρα. Οιπολύσπερμοι καρποί του είναι αγκαθωτοί. Το είδος αυτό απαντά αυτοφυέςστην Ελλάδα και το ξύλο του είναι μέτριας ποιότητας. Η επεξεργασία τουμπορεί να γίνει όταν είναι νωπό και χρησιμοποιείται κυρίως για τηνκατασκευή κιβωτίων συσκευασίας, την τορνευτική και ελάχιστα στηνεπιπλοποιία.Βρίσκεται σε ρεματιές, χαράδρες, κοντά σε ποταμούς, χείμαρρους,λίμνες, πηγές, αφού αρέσκεται στα υγρά εδάφη. Ο πλάτανος είναισυνδεδεμένος με πολλές παραδόσεις ενώ μεγάλα μακρόβια πλατάνια έχουνμείνει ονομαστά. Τέτοια είναι ο πλάτανος του Ιπποκράτη στην Κω, όπουφύλλα του μαζί με σκόρδο, κυδώνι, σταφύλι και ρόδι δημιουργούν μια αρμαθιάπου λέγεται «αρκιχρονιά», έθιμο κάθε 1η Σεπτεμβρίου, αρχή τουΕκκλησιαστικού έτους. Ακόμα, ο πλάτανος της μονής του Αγίου Γερασίμουστην Κεφαλονιά, που οι προσκυνητές παίρνουν φύλλα του για φυλακτό, οπλάτανος δίπλα στο ιστορικό γεφύρι της ¶ρτας, όπου λέγεται ότι ο Αλήπασάς κρέμαγε από τα κλαδιά του τους χριστιανούς. Πολλά χωριά καιτοποθεσίες έχουν ονομασίες σχετικές όπως Πλατανόβρυση, Πλατάνα,Πλατανάκια, Πλάτανος και άλλα.
Ιτιά
: Η Ιτιά ανήκει στην τάξη Σαλικώδη και στην οικογένεια Σαλικίδες καιπεριλαμβάνει 330 περίπου είδη δέντρων και θάμνων των εύκρατων κυρίωςαλλά και ψυχρών περιοχών της γης. Τα δέντρα βρίσκονται κυρίως κοντά σεποτάμια, χείμαρρους ή ρυάκια τα δε μικρά δέντρα και οι θάμνοι σε βουνά ,βραχώδη εδάφη και ορισμένα είδη σε αρκτικές περιοχές. Όλα τα είδη έχουνστενά φύλλα που εναλλάσσονται ,τα άνθη τους είναι αιωρούμενες ταξιανθίεςκαι τα σπόρια τους έχουν μακριές μεταξωτές τρίχες. Μεταξύ των διαφόρωνειδών του γένους παρατηρείται φυσικός υβριδισμός και έτσι τα είδη της ιτιάςπολλαπλασιάζονται. Ο φλοιός της Ιτιάς χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία, ενώαπό το φλοιό ορισμένων ειδών εξάγεται μία ουσία που ονομάζεται γλυκοζίτηςσαλικίνη και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική.Ο τυπικός εκπρόσωπος της ομάδας αυτής των δέντρων είναι ηκλαίουσα ιτιά ή απλά κλαίουσα , δέντρο που το ύψος του φτάνει τα 20 μέτρακαι το χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι η φυλλωσιά του που γέρνει προς τακάτω και από μακρινή απόσταση δίνει την εντύπωση μιας βροχής «δακρύων»,δικαιολογώντας την ονομασία του.Στην Ελλάδα βρίσκονται 10 είδη και είναι αυτοφυή. Το κυριότερο καιπιο κοινό είδος είναι η λευκή ιτιά. Την ονομασία της την οφείλει στις λευκές αποχρώσεις του κορμού της. Το ύψος της μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα ,αλλά αργά και σταθερά μέσα σε 15 χρόνια. Το ξύλο της χρησιμοποιείται σεπαραγωγή φύλλων επένδυσης και σπίρτων. Όταν ο κορμός είναι λεπτόςχρησιμοποιείται στην παραγωγή διαφόρων κουτιών και κιβωτίων , στηνπαραγωγή χαρτοπολτού και στη γλυπτική καθώς χαράζεται εύκολα. Οξυλάνθρακας της λευκής ιτιάς χρησιμοποιείται στην παραγωγή πυρίτιδας καιαπό τα κλαδιά της κατασκευάζονται διάφορα κοφίνια. Όταν η ιτιά ανθίζειδημιουργεί ένα ευχάριστο τοπίο εξ’ ου και το παραδοσιακό τσάμικο.
Λεύκα:
Η κοινή ονομασία των δέντρων της οικογένειας των ιτεϊδών ήσαλακιδών, που είναι πολύτιμα για τη δασοκομία και τη γεωργία.Χαρακτηριστικό τους είναι η γρήγορη ανάπτυξη σε υγρά εδάφη. Η λεύκαχρησιμοποιείται κυρίως για τη γρήγορη αναδάσωση περιοχών που είναι υγρές,αλλά ακατάλληλες για άλλη καλλιέργεια. Ακόμη, για τη δημιουργία πράσινου σεπάρκα και σε πλατείες. Το ξύλο της είναι γενικά άσπρο, ελαφρό, μαλακό,δουλεύεται πολύ εύκολα, δεν είναι όμως πολύ γερό. Ακόμη χρησιμοποιείταιστη χαρτοποιία για την παραγωγή κυτταρίνης, στην κατασκευή σπιρτόξυλωνκαι άλλων μικροαντικειμένων. Υπάρχουν συνολικά πάνω από 100 διαφορετικόείδη λεύκας.Στην Ελλάδα τα πιο γνωστά είδη είναι η λεύκα η λευκή με φλοιόάσπρο, που το ξύλο της χρησιμοποιείται στη βιομηχανία κυτταρίνης και ηλεύκα η μέλαινα (καβάκι), που φυτρώνει μόνη της στις όχθες των ποταμώνκαι σε υγρούς τόπους σ’ όλη την Ελλάδα κι έχει κόμη σχεδόν πυραμιδοειδή.¶λλη γνωστή λεύκα είναι η «τρέμουσα» που φυτρώνει στις ορεινές και υγρέςπεριοχές της Ελλάδας. Σήμερα υπάρχουν και καλλιεργούνται πολλά υβρίδιααπό τις λεύκες αυτές, κυρίως στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία κοντά σταποτάμια και τις λίμνες και στις μεγάλες εθνικές οδούς.
Καραγάτσι
: Κυρίες χρήσεις: Ιατρική. Ως θρεπτική τροφή και κατά τωνφλεγμονών. Η φτελιά είναι τροφή και φάρμακο. Ο εσωτερικός φλοιός είναιένα από τα καλύτερα καταπραϋντικά, χρήσιμο όποτε υπάρχει φλεγμονή.Λιπαίνει και ανακουφίζει τους γαστρεντερικούς ερεθισμούς. Είναιαποτελεσματική κατά της διάρροιας (για την οποία συνιστάται και ως κλύσμα)επειδή είναι ήπια στυπτική. Η σκόνη από το φλοιό παρέχει μια θρεπτικήτροφή που αφομοιώνεται εύκολα κατά την ανάρρωση. Μπορεί να ενισχυθεί ηγεύση της με κανέλα ή μοσχοκάρυδο και ν’ αποτελέσει μια ωφέλιμη τροφή γιατα παιδιά. Κατάπλασμα από φτελιά είναι από τα πιο αποτελεσματικάεπουλωτικά για τραύματα, πληγές και δοθιήνες. Η συλλογή του έσω φλοιούσυχνά καταλήγει στην καταστροφή του δέντρου. Εξαιτίας της παγκόσμιαςζήτησης, υπάρχει έλλειψη πούδρας εσωτερικού φλοιού που υποκαθίσταταιαπό τον κατώτερο ποιοτικά εξωτερικό φλοιό, ο οποίος δεν διαθέτει τις θεραπευτικές ιδιότητες του εσωτερικού φλοιού.
Ακακία
: Η ακακία είναι δέντρο της οικογένειας των ψυχανθών. Το πιογνωστό είδος ακακίας στην Ελλάδα είναι αυτό του γένους Ροβίνια της τάξηςτων χεδρωπών. Ήρθε στην Ελλάδα την εποχή του Όθωνα και είναι γνωστόκαι σαν ψευδοακακία. Η ακακία είναι δέντρο ψηλό με σύνθετα μακρουλά φύλλακαι αγκάθια. Τα άνθη της είναι λευκά, σχηματίζουν μπουμπούκια και είναιεύοσμα. Φυτεύεται σε διάφορα πάρκα σχηματίζοντας δεντροστοιχίες. Έναάλλο είδος ακακίας καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό φυτό και έχει τηνονομασία μιμόζα ή κυανόφυλλος. Έχει κίτρινα εύοσμα άνθη αντί για λευκά.Τέλος ένα ακόμη είδος ακακίας ονομάζεται γαζία και τα άνθη τηςχρησιμοποιούνται στην κατασκευή αρωμάτων.
Βελανιδιά
: Η βελανιδιά ή βαλανιδιά ή δρυς (λατ. Quercus) είναι γένος φυτώντης οικογένειας των φηγιδών (λατ. Fagaceae) με 531 αυτοφυή είδη τουβόρειου ημισφαίριου της γης. Είναι δέντρα ψηλά, αιωνόβια που βρίσκονταιείτε σε πεδινές είτε σε ορεινές περιοχές. Ο καρπός της βελανιδιάς είναι τοβελανίδι, χρήσιμο για ζωοτροφές και στη βυρσοδεψία. Το ξύλο όλων τωνειδών είναι βαρύ, σκληρό και δεν σαπίζει εύκολα. Χρησιμοποιείται στηνοικοδομική, ναυπηγική, επιπλοποιία, στην κατασκευή σανίδων, δοκαριών καιπαρασκευάζονται από αυτό ξυλάνθρακες πολύ καλής ποιότητας.Τα κυριότερα είδη που βρίσκονται στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι :
1.
Η ήμερη βελανιδιά (δρυς αιγίλωψ, λατ. Quercus aegilops). Φτάνει τα 30μέτρα σε ύψος και ευδοκιμεί σε θερμό και ξηρό περιβάλλον, βρίσκεται στιςπεριοχές της Ανατολικής Μεσογείου σε πεδινές περιοχές, καθώς και στουςπρόποδες των βουνών. Τα φύλλα της είναι δερματώδη, ωοειδή με οξείεςπαρυφές , χνουδωτά. Ο καρπός της είναι σκληρό κάρυο κυπελλοφόρο καιμονόσπερμο. Το κύπελλο του καρπού φέρει πυκνά αγκαθωτά λέπια. Πάντωςυπάρχουν και άκαρπα δέντρα και αυτό αποδίδεται στην κακή ανθοφορία. Τοξύλο της είναι βαρύ και πολύ σκληρό. Στην Ελλάδα βρίσκεται στις Κυκλάδες,βόρειες Σποράδες, Αττική, Ρόδο, Κρήτη, Θεσσαλία και Βοιωτία. Από τακύπελλα των καρπών βγαίνει εκχύλισμα που είναι χρήσιμο στη βαφική και τηβυρσοδεψία.
2.
Η δρυς η έμμισχος (λατ. Quercus robur). Φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα καισχηματίζει μεγάλα δάση στις περιοχές της Βορείου και κεντρικής Ευρώπης Οκορμός της έχει χρώμα γκριζωπό ή σκούρο γκρίζο και ο φλοιός βαθιέςρωγμές. Τα φύλλα της αναπτύσσονται μαζί με τα άνθη και είναι ενωμένα, λείακαι έχουν ακανόνιστους λοβούς. Τα βαλανίδια έχουν χαρακτηριστικό μακρύποδίσκο. Στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλές ορεινές περιοχές και σευψόμετρο από 800-1000 μέτρα. Είναι γνωστή και με τις ονομασίες ρουπάκι,ρένια και ροτούκι.
3.
Η δρυς η άμισχος (δρυς η πετραία, λατ. Quercus petraea). Διαφέρει από την έμμισχο στο ότι τα βαλανίδια της έχουν μικρό μίσχο. Μαζί με την έμμισχοαποτελούν τις άγριες βελανιδιές.
4.
Δρυς η Μακεδονική (λατ. Quercus trojana). Φτάνει σε ύψος τα 20 μέτρακαι βρίσκεται στις περιοχές των Βαλκανίων. Στην Ελλάδα βρίσκεται μεμεμονωμένα δέντρα σε δασικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.
5.
Η δρυς η κήρρις (λατ. Quercus cerris). Συγγενικό είδος με ταπροηγούμενα. Βρίσκεται σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα είναιαναμεμειγμένη με άλλα δέντρα. Γνωστή και με τις ονομασίες τσέρο καιρουπάκι. Ο φλοιός της έχει βαθιές, ευθύγραμμες ρωγμές και τα βελανίδια τηςείναι μεγάλα, μακριά με κύπελλο που φέρει πολλά λέπια.
6.
Η λατζιά (δρυς η κληθρόφυλλη, λατ. Quercus alnifolia), θαμνώδεςαειθαλές ενδημικό είδος της Κύπρου.
7.
Το πουρνάρι ή πρίνος (δρυς η κοκκοφόρος, λατ. Quercus coccifera),θαμνώδης αείφυλλος σκληρόφυλλος θάμνος με ευρεία εξάπλωση στηνπεριοχή της Μεσογείου.
8.
Η δρυς η βαφική (λατ. Quercus infectoria), ημιφυλλοβόλο δέντρο μεεξάπλωση από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μέχρι το ΝΔ. Ιράν.Καβάκι: Το καβάκι έχει ύψος 25 μέτρα. Έχει αραιό φύλλωμα και τα φύλλα τουέχουν σχήμα ωοειδές. Είναι πράσινα και λεία και από τις δύο του πλευρές.Έχει σκουρόχρωμο κορμό. Τα άνθη του είναι είτε θηλυκά είτε αρσενικά καισχηματίζουν ίουλούς σε διαφορετικά δέντρα. Φυτρώνει κοντά στα ποτάμια καισε υγρές ρεματιές. Καλλιεργείται για το ξύλο του.
Φτελιά
: Η Φτελιά ή Πτελέα ή Καραγάτσι (Ulmus Campestris) είναι αυτοφυέςφυτό της Ελλάδας και των μεσογειακών χωρών. Ανήκει στην τάξη τωναγγειόσπερμων δικοτυλίδονων, της οικογένειας κνιδίδες ή ουλμίδες, το γένοςούλμους. Η φτελιά η πεδινή χαρακτηρίζεται από φύλλωμα πυκνό βαθυπράσινομε παρυφή διπλή οδοντωτή και έντονα ασύμμετρη. Η ονομασία καραγάτσι είναιτουρκικής προέλευσης και προκύπτει από τις λέξεις kara = μαύρο και agac =δέντρο.
Αρμυρίκι
: Το αλμυρίκι είναι ένα είδος θάμνου που συναντάται σε υγρά μέρηκαι κυρίως σε παράκτιους υγροτόπους καθώς είναι ανθεκτικό σε υψηλέςτιμές αλατότητας του εδάφους. Ωστόσο, εξαιτίας της υπέρμετρης αύξησηςτης αλατότητας στην λιμνοθάλασσα τα τελευταία 15 χρόνια, πολλά αλμυρίκιαέχουν ξεραθεί.Το φυτό αυτό έχει προσαρμοστεί στο θερμό και ξηρό Μεσογειακό κλίμααναπτύσσοντας λεπτά και μικρά φύλλα και ελαττώνοντας έτσι τις απώλειεςνερού. Στο παρελθόν τα κλαδιά του χρησιμοποιούνταν για σκούπες.Λυγαριά: Φυτρώνει σε παραθαλάσσιες και παραποτάμιες περιοχές. Είναιδέντρο ή θάμνος, φυλλοβόλο, αρωματικό και φτάνει τα 3 μέτρα ύψος. Τα άνθητης είναι μικρά, σκούρα ή ανοιχτά μπλε ή μοβ. Τα κλαδιά της που είναι εύκαμπτα χρησιμοποιούνται στην καλαθοποιία και το ξύλο της στηνξυλουργική.
Ψαθί
: Η ταξιανθία του ψαθιού χωρίζεται σε δύο μέρη. Από πάνω υπάρχουνεκατοντάδες αρσενικά άνθη που απελευθερώνουν σύννεφα γύρης καιγονιμοποιούν τα χιλιάδες μικροσκοπικά θηλυκά άνθη που βρίσκονται απόκάτω, με τη βοήθεια του αέρα. Απλώνεται στις όχθες στηριζόμενο καλά σταχοντρά υπόγεια ριζώματά του.
Καλάμια
: Το καλάμι ή καλαμιά είναι κοινή ονομασία πολλών μονοκότυλωνπολυετών συνήθως φυτών. Τα καλάμια βρίσκονται σε τέλματα, έλη σε όχθεςλιμνών, ποταμών, ρυακιών, χειμάρρων και σε ήρεμα νερά. Όλα γενικά τα φυτάπου χαρακτηρίζονται σαν καλάμια έχουν ριζώματα ή παραφυάδες, τα φύλλατους είναι μακριά ταινιοειδή και στο πάνω μέρος τους έχουν μία μακριάταξιανθία.Ο βλαστός είναι συμπαγής ή κοίλος, ξυλώδης, λυγίζει από τον αέρα και αυτόβοηθάει στη διασπορά των διαφόρων σπόρων του. Υπάρχουν πολλά είδηκαλαμιών. Στην Ελλάδα βρίσκουμε τα εξής :. Το κοινό καλάμι: Ιθαγενές της Ευρώπης, πολυετές φυτό που μοιάζει μεμπαμπού έχει δε την επιστημονική ονομασία Αρούντο Ντόναξ. Οι βλαστοί τουείναι όρθιοι, με πολλά φύλλα, ξυλώδεις που φτάνουν σε ύψος και τα 8 μέτρακαι αναπτύσσονται με πολλά υπόγεια ριζώματα. Τα φύλλα του φτάνουν σεμήκος τα 60-70 εκατοστά. Εξαιρετικά ανθεκτικό φυτό βρίσκεται κατά μήκοςτων ακτών, ποταμών, υδροβιότοπων και γενικά αρέσκεται σε υγρά εδάφη.Μπορεί όμως να υπάρξει και σε άνυδρα, ξηρά και χαλικώδη εδάφη. Mπορεί νακαλλιεργηθεί για να προστατεύσει τη γη από τη διάβρωση, για τη δημιουργίαδιαφόρων ανεμοφρακτών, προστασία διαφόρων καλλιεργειών, σανκαλλωπιστικό, για τη δημιουργία στεγάστρων και πρόχειρων καταλυμάτων(καλύβες). Οι βλαστοί του χρησιμοποιούνται για τη κατασκευή ξύλινωνπνευστών οργάνων και καλαμιών ψαρέματος. Από τα φύλλα τουκατασκευάζονται διάφορες ψάθες.. Φραγμίτης ή αγριοκάλαμο: Πολυετές ζιζάνιο των αγρών, με λείους μηξυλώδεις βλαστούς και ύψος που δε ξεπερνάει τα 2,5 μέτρα. Βρίσκεταιεπίσης σε διάφορους υδροβιότοπους, είναι εξαιρετικά ανθεκτικό φυτό καιμοιάζει με το κοινό καλάμι.. Ψάθα ή Ψαθί: πολυετή φυτά με φυλλώδεις μαλακούς βλαστούς και ύψος 2,5μέτρα.Βρίσκονται συνήθως σε λιμνώδεις περιοχές και έλη.. Σπάργανο ή Σπαργάνιουμ έρεκτουμ: πολύμορφο φυτό με βλαστούς λεπτούςπου φτάνουν τα 2 μέτρα ύψος. Τα φύλλα του είναι σχήματος σπαθιού και είναιόρθια και λεπτά. Οι ταξιανθίες του μοιάζουν με θαλάσσια ανεμώνη.Λέμνα ή φακή του νερού: Είναι από τα μικρότερα και τα πιο απλά φυτά που φέρουν άνθη. Τα φύλλα για να επιπλέουν περιέχουν αερόσακους. ¶νθηδημιουργούνται μόνο σε ρηχά νερά, όπου το φως του ήλιου είναι άφθονο.Στην αρχή του καλοκαιριού, όταν το νερό στο ποτάμι είναι λίγο και ηθερμοκρασία μεγάλη, τεράστιοι πληθυσμοί από αυτό το φυτό καλύπτουν τηνεπιφάνεια.
Νεραγκούλα
: Ανήκει στην οικογένεια των Ρανουγκουλιδών (Ranunculaceae).Η Νεραγκούλα είναι πολυετής πόα ύψους 5- 50 εκ. και αποτελεί ένα από ταπιο όμορφα λουλουδάκια της ορεινής ζώνης. Τα φύλλα είναι πλατιά, ωοειδή μεκαρδιοειδή βάση, ελαφρώς γωνιώδη και οδοντωτά. Τα άνθη είναιεντυπωσιακά με γυαλιστερό κίτρινο χρώμα. Έχουν τρία σέπαλα και 8-12πεταλόμορφα μελιτοφόρα φύλλα, πολλούς στήμονες και καρπόφυλλα.Συνήθως βγαίνει το Φθινόπωρο με τις πρώτες βροχές σε μέρη πετρώδη καιυγρά που στάζουν νερά ή όψιμα την ¶νοιξη, όπως στο Μοναστήρι τουΚουρνού, που φωτογραφήθηκε το φυτό στα μέσα Μαρτίου. Βρίσκεται σεσκιερές και υγρές θέσεις, σε χαμηλά και μέσα υψόμετρα. Είναι ευρασιατικόείδος, διαδεδομένο στην Ελλάδα.
Σκλήθρο
: Είναι φυλλοβόλο είδος. Ο κορμός του είναι σκουροπράσινος καιφθάνει σε ύψος τα 25 μ. και η κόμη του αραιή με διάμετρο τα 15 μ. Τα φύλλαείναι στρογγυλωπά, με παρυφές διπλά πριονωτές (4- 10 εκ. ). Εάν τριφτούνκολλούν (για το λόγο αυτόν πήρε το όνομα glutinosa = κολώδης). Είναι φυτόμόνοικο. Τα άνθη του είναι πράσινα ή κοκκινωπά σε ιούλους. Ανθίζει Μάρτιοκαι Απρίλιο (τα αρσενικά άνθη εμφανίζονται και το προηγούμενο θέρος). Ηεπικονίαση γίνεται με τον άνεμο. Ο καρπός του σχηματίζει μεικτούς ωοειδείςκωνίσκους (μικρότερους από 2 εκ. ). Στην αρχή είναι σταχτοπράσινοι και στησυνέχεια σκουρότεροι. Διατηρούνται στο δένδρο ολόκληρο το χειμώνα.Σχηματίζουν πεντάγωνα κάρυα. Διαθέτουν στενό, τραχύ, πλευρικό πτερύγιο.Οι σπόροι ωριμάζουν το Σεπτέμβριο με Νοέμβριο.Είναι υγρόφιλο, ημισκιόφυτο είδος και καλύπτει πολλά ρέματα συνεχούς ήεποχιακής ροής. Δημιουργεί επιμήκεις συστάδες, μήκους πολλές φορέςπολλών εκατοντάδων μέτρων. Προτιμά μέτρια και βαριά εδάφη, πλούσια σεοργανική ύλη. Μπορεί να αναπτυχθεί ακόμη και σε πολύ βαριά και φτωχά σεάζωτο εδάφη αρκεί να υπάρχει μεγάλη υγρασία. Εμπλουτίζει το ίδιο το φυτόμε άζωτο το έδαφος, με τις συμβιώσεις που δημιουργεί με αζωτοβακτηρίδια.Το φυτό προτιμά όξινα, ουδέτερα ή αλκαλικά εδάφη (η καλύτερη ανάπτυξη σεpH > 6). Δύσκολα αναπτύσσεται σε ασβεστώδη εδάφη. Είναι είδος που πολλάχημικά του στοιχεία χρησιμοποιούνται στην ιατρική (καθαρκτικό, αντιεμετικό,αιμοστατικό). Ο φλοιός του περιέχει μαύρη δεψική ουσία, κατάλληλη στη βαφήυφασμάτων και δερμάτων.
Το τοπίο της ευρύτερης περιοχής του Πυργετού διαμορφώνεται από ένα σύνολο χαρακτηριστικών στοιχείων, που είναι κυρίως αποτέλεσμα της ανθρώπινης παρουσίας και χρήσης γης (αγροτικό τοπίο) και λιγότερο των φυσικών παραγόντων (τοπογραφικό ανάγλυφο, νερό, βλάστηση, ζώα).

Στην περιοχή οι βιότοποι με φυσική βλάστηση που διακρίνονται, είναι οι όχθες και οι πλαγιές του Πηνειού, καθώς και των αποστραγγιστικών και αρδευτικών καναλιών, που διατρέχουν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις.

Η υδρόβια βλάστηση που αναπτύσσεται στις όχθες των καναλιών χαρακτηρίζεται από φυτοκοινωνίες ελοφύτων (καλαμιώνες) με κυριαρχία του Phragmites australis (αγριοκάλαμο). Ενδιαφέρουσα είναι η πλούσια βλάστηση από λεύκες (Populus spp.), πλατάνια (Platanus orientalis), ιτιές (Salix spp.), βάτα (Rubus spp.), αγριοτριανταφυλλιές (Rosa canina), σπαρτά (Spartium junceum) και αναρριχώμενα φυτά (κισσούς κ.λ.π.), που αναπτύσσεται στην παρόχθια ζώνη κυρίως του Πηνειού.
Στον Πυργετό δεν υπάρχουν θεσμοθετημένες ή προστατευόμενες περιοχές των πιο σημαντικών κατηγοριών, όπως είναι οι περιοχές NATURA 2000 και ζώνες ειδικής προστασίας ορνιθοπανίδας (SPA). Υπάρχουν, όμως, περιοχές οικολογικού ενδιαφέροντος με αξιόλογα οικοσυστήματα, οι οποίες είναι οι εξής:

Η περιοχή αποτελεί κατάλοιπο παραποτάμιου δάσους κατά μήκος του Πηνειού ποταμού. Η βλάστηση είναι κυρίως δενδρώδης. Η πανίδα, που απαντά στην περιοχή, συνίσταται από αξιόλογα πτηνά, όπως αλκυόνα (Alcedo atthis), σταχτοτσικνιάς (Ardea cinerea), ποντικοβαρβακίνα (Buteo buteo), φλώρος (Carduelis chloris), ψευταηδόνι (Cettia cetti), νανοτσικλιτάρα (Dendrocopos minor), βαλκανοτσικλιτάρα (Dendrocopos syriacus), σιρλοτσίχλονο (Emberiza cirlus), κρασοπούλι (Emberiza melanocephala), βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus), ωχροστριτσίδα (Hippolais pallida), αετομάχος (Lanius collurio), αηδόνι (Luscinia megarhynchos), λευκοσουσουράδα (Motacilla alba), σταχτοσουσουράδα (Motaccila cinerea), συκοφάγος (Oriolus oriolous), καλόγερος (Parus mazor), κορμοράνος (phalacrocorax carbo sinensis), δεντροφυλλοσκόπος (Phylloscopus collybita), καρακάξα (Pica pica), σακουλοπαπαδίτσα (Remiz pendulinis), θαμνοτσιροβάκος (Sylvia communis), δασότρυγγας (Tringa ochropus), κότσυφας (Turdus merula) κ.ά.

Αν και η περιοχή χαρακτηρίζεται ως βιότοπος, υποβαθμίζεται με ταχείς ρυθμούς, καθώς απειλείται από τις ανθρώπινες επεμβάσεις και συγκεκριμένα από την υλοτόμηση με απώτερο σκοπό τη διεκδίκηση εδαφών είτε για δημιουργία νέων καλλιεργήσιμων εκτάσεων είτε για βόσκηση και από τη ρίψη απορριμμάτων μειώνοντας έτσι, την αισθητική του τοπίου και προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο προβλήματα στους οργανισμούς του φυσικού οικοσυστήματος.

. Ο ποταμός Πηνειός (Υγρότοπος με Κωδικό 140116000, σύμφωνα με το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων-Υγροτόπων), αποτελεί κυρίαρχη παρουσία στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας. Στα παραποτάμια δάση του Πηνειού και των παραποτάμων του διατηρείται μία αξιόλογη πανίδα όπως είναι τα σαΐνια (Accipiter brevipes), μικρά μεταναστευτικά γεράκια, που φωλιάζουν εκεί και θα εγκαταλείψουν την περιοχή, αν καταστραφούν αυτά τα δάση. Επίσης, οι σπάνιοι μαυροπελαργοί (Ciconia nigra) φωλιάζουν και τρέφονται εκεί. Τα δύο αυτά είδη προστατεύονται από το παράρτημα Ι της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ «Περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνών». ¶λλο αξιόλογο σπάνιο είδος πανίδας του οικοσυστήματος αυτού είναι η βίδρα (Lutra lutra), της οποίας οι τελευταίοι πληθυσμοί επιβιώνουν ακόμα στα καθαρότερα τμήματα των ποταμών αυτών. Εκτός από χώρο φωλιάσματος και διαβίωσης για πολλά είδη πανίδας, οι στενές αυτές λωρίδες βλάστησης αποτελούν και διαδρόμους επικοινωνίας και εποικισμού (corridors). Ένα τέτοιο τμήμα παραποτάμιου δάσους βρίσκεται στην παρόχθια ζώνη του Πηνειού και εκτείνεται μέχρι την είσοδο του φαραγγιού των Τεμπών.

Ο Πυργετός φιλοξενεί ένα σημαντικό είδος πανίδας: το κερκινέζι (Falco naumanni). Το είδος αυτό περιλαμβάνεται ως τρωτό. Η πολυπληθής παρουσία του κιρκινεζιού στην ευρύτερη περιοχή έχει οδηγήσει στο χαρακτηρισμό μιας σημαντικής περιοχής του Θεσσαλικού Κάμπου, ως Σημαντικής Περιοχής για τα Πουλιά (IBA). Αξίζει να σημειωθεί ότι, ο Θεσσαλικός Κάμπος φιλοξενεί σήμερα το μεγαλύτερο και σημαντικότερο πληθυσμό του κιρκινεζιού. Όπως και άλλα είδη της άγριας πανίδας, το κιρκινέζι ζει κοντά στον άνθρωπο, αρέσκεται μάλιστα να φωλιάζει στις τρύπες των κεραμιδένιων στεγών των κτιρίων σε πεδινούς οικισμούς, που περιβάλλονται από γεωργικές καλλιέργειες και λιβάδια, όπως ακριβώς συμβαίνει στον Πυργετό.
Τα κιρκινέζια προτιμούν να κυνηγούν σε ανοιχτές εκτάσεις με καλλιέργειες σιτηρών, βοσκοτόπια και αγραναπαύσεις, όπου αφθονεί η αγαπημένη λεία τους, τα μεγάλα έντομα και ιδίως τις επιβλαβείς, για τα σπαρτά, ακρίδες. Τα άλση μέσα ή γύρω από τους οικισμούς είναι σημαντικά ως κούρνιες για τα κιρκινέζια, που συγκεντρώνονται εκεί κατά ομάδες.</textarea>
<div id=»wb_Shape4″ style=»position:absolute;left:173px;top:1248px;width:739px;height:600px;z-index:7;»>
<img src=»images/img0019.gif» id=»Shape4″ alt=»» style=»border-width:0;width:739px;height:600px;»></div>
<textarea name=»TextArea1″ id=»TextArea2″ style=»position:absolute;left:195px;top:1268px;width:698px;height:560px;z-index:8;» rows=»31″ cols=»94″ readonly=»readonly» disabled=»disabled»>ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΟΛΟ ΤΟ ΝΟΜΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

Στον Νομό Λάρισας καταγράφονται οι περιοχές που ακολουθούν ως θεσμοθετημένες και προστατευμένες από την Ελληνική Νομοθεσία, καθώς παρουσιάζουν μεγάλο οικολογικό, αισθητικό αλλά και ιστορικό ενδιαφέρον.

Η πανίδα της περιοχής παρουσιάζει την εξής μορφή :Αμφίβια (βάτραχοι), πτηνά διερχόμενα και πτηνά φωλιάζοντα (υδρόβιαπτηνά) και ερπετά (νεροφίδες). Πιο συγκεκριμένα ως προς την ορνιθοπανίδαστο Δέλτα του Πηνειού παρουσιάζονται εξής αναπαραγόμενα είδη : οΜικροτσικνιάς, ο Νυχτοκόκορας, ο Μαυροπελαργός (1 ζεύγος), ο Πελαργός,ο Σφηκιάρης, ο Ασπροπάρης (6-10 ζεύγη), τα Όρνια (10 ζεύγη), ο Φιδαετός(6 ζεύγη), ο Κραυγαετός, ο Χρυσαετός (2 ζεύγη), ο Σταυραετός (4 ζεύγη), τοΧρυσογέρακο, ο Πετρίτης (2 ζεύγη), η Πετροπέρδικα, ο Μπούφος, ηΑλκυόνη και ο Δρυομυγγοχάφτης. ¶λλα είδη που εμφανίζονται στην περιοχήείναι ο Γυπαετός, ο Μαυρόγυπας, ο Ψαραετός και ο Μαυροπετρίτης.ΑΣΠΟΝΔΥΛΑ
Μύδι
: Δίθυρο μαλάκιο του γλυκού νερού. Προτιμά τρεχούμενα σκληρά νερά -που έχουν μεγάλες ποσότητες αλάτων ασβεστίου και μαγνησίου – γιατίχρειάζεται άλατα όπως ανθρακικό ασβέστιο για να φτιάξει το όστρακό του.Στο όστρακό τους υπάρχουν δακτύλιοι που προδίδουν την ηλικία τους πουφτάνει τα δώδεκα χρόνια. Τα μύδια αυτά δεν τρώγονται.
Καραβίδα
: Οι καραβίδες του γλυκού νερού συγγενεύουν με τον αστακό καιπροτιμούν το σκληρό νερό.ΨΑΡΙΑΣτον Πηνειό υπάρχουν με βεβαιότητα 29 είδη ψαριών. Επειδή είναι βαθύποτάμι, υπάρχουν τεχνικές δυσκολίες για τη μελέτη της ιχθυοπανίδας του καικατά συνέπεια δεν έχει μελετηθεί εδώ και αρκετά χρόνια. Οι πληροφορίεςαυτές προέρχονται από το Ινστιτούτο Εσωτερικών Υδάτων του ΕλληνικούΚέντρου Θαλάσσιων Ερευνών. Είναι βέβαιο ότι στο ποτάμι έχουν εισαχθεί καιάλλα ξένα (αλλόχθονα) είδη από τον άνθρωπο.
Σαζάνι
: Είδος κυπρίνου που φτάνει σε μήκος το 1 μέτρο και βάρος τα 20κιλά. Το στόμα του έχει χείλη χοντρά και έχει δύο ζευγάρια μουστάκια στηνπάνω σιαγόνα. Είναι ψάρι παμφάγο. Δεν είναι απαιτητικό και μπορεί νααναπτυχθεί και σε μολυσμένα νερά. Το καλοκαίρι αναπτύσσεται γρήγορα ενώτο χειμώνα ζει στην λάσπη σε κατάσταση νάρκης.Λαβράκι: Μικρό ψάρι που δεν ξεπερνά τα 20 εκατοστά μήκος και τα 150γραμμάρια βάρος. Το σώμα του είναι μακρόστενο και ατρακτοειδές. Είναιπαμφάγο ψάρι. Το κρέας του είναι εκλεκτό αλλά έχει πολλά κόκαλα.
Τούρνα ή Λούτσος
: Έχει σώμα μακρουλό, ρύγχος πλατύ, σαν το ράμφος τηςπάπιας και στο στόμα με πολλά και μυτερά δόντια. Το μήκος του μπορεί ναφτάσει το 1,5 μέτρα και το βάρος του τα 20 κιλά. Είναι σαρκοφάγο ψάρι, πολύαδηφάγο και επιθετικό και για το λόγο αυτό αποκαλείται καρχαρίας τωνγλυκών νερών.
Γουλιανός
: Το γένος Silurus (κοινώς Γουλιανός), απαντάται στους ποταμούςκαι τις λίμνες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης με το πλέον κοινόείδος, το Silurus glanis. Αφθονεί στις λεκάνες των ποταμών Δούναβη, Ντόνκαι Βόλγα, καθώς και στους παραποτάμους τους. Στην Ελλάδα αυτό το είδοςτο συναντάμε στις λίμνες και τα ποτάμια της Μακεδονίας, της Θράκης, καιτης Θεσσαλίας. Είναι το είδος που υπάρχει στον Υγροβιότοπο ¶γρα-Βρυττών-Νησιού. Ο γουλιανός είναι ένα χαρακτηριστικά δύσμορφο και απωθητικόστην εμφάνιση ψάρι με κεφάλι μεγάλο και πλατύ, με στόμα ελαφρά σχισμένο,ανοιχτό προς τα επάνω. Έχει γύρω από το στόμα έξη σάρκινα προεκτάματα(μουστάκια), δυο μεγάλα στην πάνω σιαγόνα που φθάνουν περίπου το 1/4 τουμήκους του σώματος και τέσσερα μικρά στην κάτω σιαγόνα. Στο στόμα ογουλιανός έχει μικρά πολυάριθμα δόντια. Στα πτερύγιά του παρατηρούμε ένααγκάθι σαν βελόνα κοντά στο πολύ μικρό ραχιαίο πτερύγιο και από ένα άλλοστα πλευρικά πτερύγια. Το εδρικό πτερύγιο είναι πολύ μακρύ με στρογγυλάάκρα όπως και το πτερύγιο της ουράς. Η βάση του εδρικού φθάνει μέχρι τοουραίο πτερύγιο. Το σώμα του γουλιανού είναι σχεδόν κυλινδρικό καιογκώδες. Η ράχη έχει χρώμα σκούρο λαδί ή καφετί με περισσότερες ήλιγότερες κηλίδες, πιο ανοιχτές ή κρεμ στην κοιλιά, με κίτρινα στίγματα σταπλευρά. Ανάλογα με την θερμοκρασία των νερών και την διατροφή, ογουλιανός μέσα σε τέσσερα καλοκαίρια ξεπερνάει συνήθως το μισό μέτρο καιτα πέντε κιλά βάρος.Ο γουλιανός είναι ιδιαίτερα αρπακτικό ψάρι. Καταβροχθίζει κάθε είδοςυδρόβιου ζώου, μικρά και μεγάλα ψάρια, καραβίδες του γλυκού νερού,βατράχια, καθώς επίσης αρουραίους και ποντίκια. Κατά την διάρκεια τηςημέρας καταφεύγει σε κρυψώνες και με τον ερχομό της νύχτας αρχίζει τηναναζήτηση τροφής παραμένοντας δραστήριος σε όλη την διάρκειά της. Ογουλιανός εμφανίζεται πολύ αρπακτικός και με μεγάλη όρεξη, μετά τηνπερίοδο αναπαραγωγής και σε όλη την διάρκεια του καλοκαιριού. Με τηνέναρξη της ψυχρής περιόδου σταματάει την αναζήτηση τροφής και μεταπίπτεισε ένα είδος χειμέριας νάρκης, παραμένοντας σε βαθιά, καλά προφυλαγμένασημεία, τα μεν νεαρά άτομα ομαδικά, ενώ τα μεγαλύτερα μεμονωμένα. Ογουλιανός αναπαράγεται την περίοδο Μαΐου – Ιουνίου και σε κάθε περίπτωσηόχι κάτω από τους 18° C θερμοκρασίας των νερών, γεγονός που σημαίνει ότισε λίμνες βορειοτέρων περιοχών, η περίοδος αναπαραγωγής μπορεί ναμετατοπισθεί προς τον Ιούλιο ακόμη και Αύγουστο. Ο αριθμός των αυγών που αποθέτει ένα θηλυκό άτομο έχει υπολογισθεί ότι φθάνει τα 30.000 ανάκιλό σωματικού βάρους. Τα ανοιχτού κιτρίνου χρώματος αυγά, τοποθετούνταισε ένα είδος «φωλιάς». Η επώαση διαρκεί 3-10 ημέρες, αναλόγως τηςθερμοκρασίας των νερών και στο διάστημα αυτό το αρσενικό αναλαμβάνει τηνφύλαξη των αυγών.Πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή σε μία ιδιότητα του γουλιανού:Στο πλάσμα του αίματός του υπάρχει μια εξαιρετικά δηλητηριώδης ουσία, ηοποία μπορεί να προκαλέσει τοξικά φαινόμενα, εάν εισαχθεί στην κυκλοφορίατου αίματος ενός ανθρώπου δηλ. παρεντερικά. Κάτι τέτοιο είναι εύκολο νασυμβεί σε περίπτωση ύπαρξης ανοιχτών τραυμάτων στα χέρια ή σε άλλοσημείο του σώματος, κατά τον χειρισμό του ψαριού. Η ουσία αυτήκαταστρέφεται με τον βρασμό ή το ψήσιμο και είναι τελείως ακίνδυνη κατάτην πέψη. Τα αυγά του γουλιανού χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ενόςείδους χαβιαριού, ενώ η νηκτική του κύστη για την παρασκευή εξαιρετικήςποιότητας ιχθυόκολλας. Στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπηςείναι περιζήτητο ψάρι για το γευστικό κρέας του το οποίο μαγειρεύεται μεδιάφορες συνταγές.
Χέλι
: Ανήκει στην οικογένεια των εγχελίδων και έχει σώμα φιδιού,στρογγυλωπό και πολύ μακρύ, που το μήκος του μπορεί να φτάνει το 1,50 μ.και με βάρος 5-7 κιλά. Το δέρμα του είναι πολύ ανθεκτικό, τόσο ώστε, αν τουκάνουμε μια μικρή τομή στη βάση της κεφαλής μπορούμε σιγά- σιγά να τοτραβήξουμε. Το κεφάλι είναι μικρό με βραγχιακά ανοίγματα πολύ λεπτά. Τοχέλι είναι εφοδιασμένο με στηθαία πτερύγια, ενώ λείπουν τα κοιλιακά. Τοραχιαίο πτερύγιο και το εδρικό σκεπάζουν το σώμα και ενώνονται σε έναψευδο ουριαίο πτερύγιο. Η κοιλιά του έχει χρώμα γκρι -πράσινο, καμιά φοράκαφέ, άλλες φορές μαύρο, άσπρο, κιτρινωπό, ή ανοιχτό γκρι, ανάλογα με τιςπεριοχές όπου κατοικεί. Είναι πολύ αδηφάγο, τρέφεται με όλους τουςζωντανούς και μη οργανισμούς, αλλά τσιμπάει στους φρέσκους, όπως μικράψάρια, βατράχια κλπ.. Κοντά στις πόλεις τρέφεται και με σκουπίδια. Ηαναπαραγωγή γίνεται στη θάλασσα όπου κάθε θηλυκό γεννά πάνω από έναεκατομμύριο αυγά. Τα θηλυκά γίνονται πιο μεγάλα από τα αρσενικά.Το αίμα των χελιών περιέχει ένα δηλητήριο (ιχθυοτοξικό) ικανό ναδράσει, σαν εκείνο των ερπετών, αλλά τα οξέα και οι βάσεις τοεξουδετερώνουν και το ψήσιμο κι η πέψη το αποσυνθέτουν. Το χέλι έχεικρέας νόστιμο που μπορεί να μαγειρευτεί φρέσκο, να γίνει παστό ή καπνιστό.Τα μικρά χέλια εύκολα βρίσκονται στις αμμώδεις περιοχές, ψάχνοντας στηλάσπη και στα βότσαλα του βυθού, καθώς επίσης και σε ρηχά νερά καιαποτελούν ένα θαυμάσιο δόλωμα για το λαβράκι και για τα κεφάλια στα γλυκάνερά, ιδιαίτερα στις εκβολές των ποταμών.
ΕΝΤΟΜΑ
Λιβελλούλα
: Χαρακτηριστικό έντομο με μακρύ σώμα και δύο ζευγάρι διαφανώνφτερών. Πετάει με μεγάλη ταχύτητα πάνω από την επιφάνεια του νερού καιαναζητά μικρά ιπτάμενα πλάσματα που είναι η τροφή τους. Γεννάει τα αυγάτης μέσα στο νερό και η νύμφη που βγαίνει μετά την εκκόλαψη του αυγούπερνάει δύο χρόνια διαδοχικών μεταμορφώσεων μέχρι να πάρει την ενήλικημορφή.
Εφήμερο
: Τα εφήμερα είναι έντομα που περνάνε τα πρώτα στάδια της ζωήςτους στο νερό. Τα ενήλικα εφήμερα εμφανίζονται σε μεγάλα κοπάδια. Ζει μόνολίγες μέρες σαν ενήλικο άτομο και έχει τρεις χαρακτηριστικές ουρές πουσέρνονται πίσω του. Χρησιμοποιούνται σαν δολώματα από τους ψαράδες.
Κλαδάκι του νερού
: Σαρκοφάγο υδρόβιο έντομο. Αρπάζει με τα μπροστινάτου πόδια μικρά υδρόβια ζώα. Ανεβαίνει κάθε τόσο στην επιφάνεια για νααναπνεύσει, με τη βοήθεια της ουράς του που είναι σαν σωλήνας.ΑΜΦΙΒΙΑ
Βάτραχος
: Αμφίβιο, ζώο που ζει σε υγρές περιοχές. Γεννάει αυγά πουεπιπλέουν σε σωρούς κάτω από την επιφάνεια του νερού. Μετά την εκκόλαψηοι γυρίνοι αναπτύσσονται γρήγορα αναπνέοντας με βράχια και κολυμπούν μετη βοήθεια της ουράς τους. Σιγά σιγά μεταμορφώνονται σε τέλεια άτομα,χάνουν την ουρά τους και αποκτούν πόδια και πνεύμονες.ΕΡΠΕΤΑ
Νερόφιδο
: Ερπετό που σε αντίθεση με τους συγγενείς του πουπροσαρμόστηκαν στη ζωή της ξηράς, επέστρεψε στο νερό. Κολυμπάει εύκολαστο νερό και τρώει όσα υδρόβια ζώα μπορεί να καταπιεί. Φτάνει σε μήκος τα80 εκατοστά και δεν είναι δηλητηριώδες.
ΠΤΗΝΑΤα πτηνά είναι ομοιόθερμα σπονδυλωτά, που το δέρμα τους είναι λεπτό καικαλύπτεται από φτερά. Τα πτηνά έχουν προσαρμοστεί στην πτήση, μεεξαίρεση μερικά τα οποία έχασαν αυτή την ικανότητα, όπως η στρουθοκάμηλος. Το πρώτο ζεύγος των άκρων τους έχει μετατραπεί σεόργανα πτήσης, τις πτέρυγες ή φτερούγες. Τα πτηνά πους ζουν συνεχώςστον ίδιο τόπο λέγονται καθιστικά. Αποδημητικά ή μεταναστευτικά λέγονταιτα είδη που μεταναστεύουν κατά σμήνη σε θερμότερες περιοχές για ναπεράσουν τον χειμώνα και επανέρχονται την άνοιξη. ¶λλα πτηνά, ταδιαβατικά, κατά τις μεταναστεύσεις τους διέρχονται από έναν τόπο και τέλος,τα ενδημικά ζουν συνεχώς σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Ο τόπος στονοποίο ένα μεταναστευτικό πτηνό γεννά είναι η πατρίδα του.
Αλκυόνα
: Μικρό πουλί που στην Ελλάδα είναι γνωστό σαν ψαροπούλι ήμπιρμπίλι. Ζει στις όχθες ποταμών και φτιάχνει τη φωλιά του στο βάθος μιαςσήραγγας στο έδαφος. Τρέφεται με ψάρια κυρίως που τα πιάνει βουτώνταςστο νερό. Είναι λαίμαργο πουλί.
Νερόκοτα
: Είναι πουλί ενδημικό. Το μήκος του σώματος φτάνει τα 35εκατοστά. Κολυμπάει με μεγάλη ευκολία στα ποτάμια και στις λίμνες καιτρέφεται με διάφορα έντομα, μαλάκια και διάφορα υδρόβια φυτά.
Πάπια
: Πάπια [επιστημονική ονομασία : νήσσα (Anas)], είναι η κοινήονομασία που έχουν πτηνά της οικογένειας Ανατίδες, που ανήκουν στην τάξητων Χηνόμορφων. Αποτελούν υδρόβια κυρίως πτηνά, μικρότερα ως επί τοπλείστον σε σύγκριση με τα συγγενικά τους πουλιά, τους κύκνους και τιςχήνες. Υπάρχουν περίπου 75 είδη πάπιας, τα οποία ζουν σε όλες τιςπεριοχές του πλανήτη. Η ήμερη πάπια κατάγεται από την αγριόπαπια, η οποίαείναι υδρόβιο και αποδημητικό πουλί. Η οικόσιτη πάπια διατήρησε τιςσυνήθειες και τα χαρακτηριστικά της αγριόπαπιας. Έτσι, μένει στα λιμναίαύδατα και σε ρυάκια για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Είναι ζώο παμφάγο.Το πτηνό έχει στο σώμα του πυκνά φτερά, τα οποία είναι ελαφριά. Επίσης, τοσχήμα του σώματός της μοιάζει με λέμβο. Ο λαιμός της είναι κοντός. Τα τρίαεμπρόσθια δάκτυλα των ποδιών της είναι συνδεδεμένα με νηκτική μεμβράνη,οπότε τα πόδια λειτουργούν σαν κουπιά, ενώ το τέταρτο δάκτυλο είναιελεύθερο, προς τα πίσω. Το φτέρωμά της έχει χρώμα λευκό και σε άλλεςφυλές γκρι ή και πιο έντονο, ανάλογα με το φύλο και την εποχή του χρόνου.Στο ράμφος έχει μαλακό δέρμα , όπου βρίσκονται τα οπτικά νεύρα. Με τατελευταία το πτηνό υποβοηθάται στο να αντιλαμβάνεται την ποιότητα και τοείδος της τροφής μέσα στη λάσπη. Μέσα από τις σχισμές (όπως η φάλαιναέχει τις μπαλένες) που έχει στο ράμφος, αποβάλλει το νερό που βάζει στοστόμα της μαζί με τη λάσπη, από τα μέρη όπου βρίσκει την τροφή της.Έπειτα, μέσα από τη λάσπη διαλέγει τις ουσίες που τρώγονται. Κοντά στηνουρά φέρει έναν αδένα, με τον οποίο εκκρίνει μία λιπώδη ουσία. Με τοράμφος της η πάπια αλείφει αυτό το υγρό σε όλο της το σώμα, καθιστώνταςαδιαπέραστο από τα νερά το φτέρωμά της. Επίσης, αυτό γίνεται για να αποφύγει την αύξηση του βάρους της και για να διευκολυνθεί στο κολύμπι.Όντας παμφάγο πτηνό, η πάπια τρέφεται με ποικιλία τροφών, όπωςχόρτα, υδρόβια φυτά, έντομα, μικρά αμφίβια, σκουλήκια και μικρά μαλάκια.Ορισμένα είδη πιάνουν και ψάρια, με τα οποία τρέφονται. Το πτηνό γεννά 40-50 αυγά το χρόνο και τα επωάζει σε διάστημα από 23 έως 26 ημέρεςανάλογα με το είδος. Τα μικρά σύντομα αρχίζουν να περπατούν και νακολυμπούν με μεγάλη ευκολία. Οι πάπιες βρίσκονται σε όλο τον κόσμο καιέτσι είναι φυσικό να έχουν πολλούς εχθρούς. Επίσης, οι κυνηγοί πτηνών αλλάκαι τα μεγάλα ψάρια και ζώα, όπως οι κροκόδειλοι εκμεταλλεύονται τη συχνήαδυναμία των πτηνών να πετάξουν και τα τρώνε. Εχθροί τους είναι επίσηςπολλά ψαροφάγα πτηνά. Συχνά γίνονται επιθέσεις γερακιών, αετών καιαλεπούδων σε φωλιές πάπιας. Η πάπια θηρεύεται για το κρέας της, που είναιπολύ νόστιμο. Επίσης, εκτρέφεται για τα αυγά της, το φτέρωμά της και συχνάεκτίθεται σε ζωολογικούς κήπους.
Ερωδιός
: Ο Μικροτσικνιάς (Ixobrychus minutus) (Λινναίος 1766) είναι έναςμικροσκοπικός ερωδιός αρκετά κοινός αν και δύσκολο να παρατηρηθεί.Ανοίκει στην τάξη των Πελαργόμορφων (Ciconiiformes), στην οικογένεια τωνΕρωδιίδων (Ardeidae) και το Γένος Ardeola. Είναι μεταναστευτικό είδος,στις περιοχές φωλιάσματος φτάνει τον Μάρτιο και αναχωρεί γύρω στονΣεπτέμβριο. Είναι ένας μικροσκοπικός ερωδιός, το μικρότερο είδος τηςοικογένειας του στην Ευρώπη, έχει το μέγεθος του περιστεριού. Το μεγεθόςτου είναι 33-38 εκατοστά, το βάρος του 140 γραμμάρια και με άνοιγμαφτερών που φτάνει τα 55-58 εκατοστά. Ο λαιμός του είναι μικρός ενώ τοράμφος του ιδιαίτερα μακρί για το μέγεθος του. Είναι ο ερωδιός με τον πιόέντονο διμορφισμό από όλα τα είδη που ζούν στην Ευρώπη. Το αρσενικό έχειτο πάνω μέρος του κεφαλιού, τον λαιμό, την πλάτη και τα καλυπτήρια τωνφτερών μαύρου χρώματος με πράσινες ανταύγες. Τα φτερά είναι ανοιχτόμπεζ και το κάτω μέρος του σώματος είναι κρεμ. Το ράμφος είναι σκούροκίτρινο ενώ κατά την περίοδο της αναπαραγωγής έχει έντονο πορτοκαλίχρώμα. Τα πόδια είναι μακριά πρασινοπού χρώματος. Τα θηλυκά είναιανοιχτό μπεζ στο πάνω μέρος του σώματος με καφέ λωρίδες. Το κάτω μέροςείναι χρώματος κρεμ με λιγότερο πυκνές και εμφανείς κοκκινωπέςγραμμώσεις, κοκκινωπά είναι και τα καλυπτήρια των φτερών. Τα πόδια και τοράμφος είναι ίδια με το αρσενικό. Τα νεαρά είναι κρεμ με πολύ πυκνές καφέγραμμώσεις σε όλο τους το σώμα. Ο Μικροτσικνιάς (Ixobrychus minutus)είναι ένας μοναχικός ερωδιός που μπορούμε να τον συναντήσουμε και σεζευγάρια. Είναι αρκετά αθόρυβος και είναι σπάνιο να ακουστεί η φωνή του καιμαζί με το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της ημέρας μένει κρυμμένος στιςπυκνές καλαμιές τον κάνουν ιδιαίτερα δύσκολο στον εντοπισμό.
Όταν απειλείται παίρνει τη θέση πασσαλίσκου, με το σώμα τεντώμενοκάθετα προς το έδαφος και το κεφάλι να κοιτάει προς τον ουρανό, που τοκάνει να μην ξεχωρίζει από τα καλάμια. Το σούρουπο βγαίνει για κυνήγι στιςόχθες για να πιάσει μικρά ψάρια, έντομα και αμφίβια. Πετάει αργάεναλλάσοντας γρήγορα χτυπήματα των φτερών με αιωρήσεις ενώ κρατάει ταπόδια του τεντωμένα προς τα πίσω και τον λαιμό σε σχήμα S.Την περίοδο της αναπαραγωγής, στα τέλη μαΐου αρχές ιουνίου, τοαρσενικό φτιάχνει μία φωλιά μέσα στα καλάμια με κομάτια από καλάμια καιοριοθετεί μία περιοχή. Μετά προσελκύει ένα θηλυκό και δημιουργεί έναζευγάρι. Το θηλυκό γεννάει 4-6 λευκά αυγά που κλωσσάνε και οι δύο γονείς.Η επώαση γίνεται μετά απο 16-20 μέρες και την φροντίδα των μικρών τηναναλαμβάνουν και οι δύο γονείς για 25-30 μέρες οπότε και τα μικράεγκαταλείπουν την φωλιά. Του αρέσουν οι περιοχές που έχουν γλυκά νερά μεμικρό βάθος και πλούσιους καλαμιώνες στις όχθες. Αυτό τον κάνει ιδιαιτέραευαίσθητο στην καταστροφή των καλαμιώνων. Μπορούμε να το συναντήσουμεστις όχθες λιμνών, ποταμών, έλη και κανάλια.
Ποταμίδα
: Μικρό πουλί που φτιάχνει τη φωλιά του στους καλαμώνες τηςόχθης των λιμνών και των ποταμών. Χρησιμοποιεί σαν σκελετό τουςβλαστούς των καλαμιών για να χτίσει τη φωλιά του.ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ
Βίδρα
: H ευρωπαϊκή βίδρα, Lutra lutra, είναι θηλαστικό, ευρωπαϊκό μέλοςτης οικογένειας των Μυστελιδών (μυιοϊκτίς), τυπικό είδος της βίδρας πουχρησιμοποιεί ως ενδιαίτημα το γλυκό νερό. Είναι επίσης γνωστή ωςευρασιαστική βίδρα (ποτάμια), κοινή βίδρα, ή βίδρα του Παλαιού Κόσμου, αλλάκαι ως ενυδρίδα. Συγγενεύει με το κουνάβι. Η ενυδρίδα έχει κορμί μακρύ,ελαστικό και μυωδες, με παχιά γούνα, που κρατά στεγνό το σώμα της. Ταπόδια της είναι κοντά. Η θαλάσσια ενυδρίδα είναι μεγαλύτερη και βαρύτερη.Οι ενυδρίδες κολυμπούν γρήγορα, κουνώντας την ουρά και το ευλύγιστο σώματους. Χρησιμοποιούν σαν κουπιά τα πίσω πόδια τους, που έχουν νυκτικέςμεμβράνες.Η ποικιλία της διατροφής της προϋποθέτει καθαρούς όγκους νερού,στους οποίους περιλαμβάνονται λίμνες, ποτάμια, ρυάκια, όσο παρέχουνεπαρκείς ποσότητες τροφής. Ζουν επίσης σε παράκτιες περιοχές, πουδιαθέτουν όμως πρόσβαση σε γλυκό νερό, το οποίο χρειάζονται για νακαθαρίζουν τη γούνα τους. Τους αρέσει να περιπλανιούνται, ιδίως τη νύχτα,κυνηγώντας τη λεία τους και αναζητώντας νέους ψαρότοπους. Πολλές φορέςπαίζουν γλιστρώντας στη λάσπη των όχθεων ή στο χιόνι. Οι βίδρες ζουνμόνες τους στα όρια της επικράτειάς τους, που ορίζεται από 1-40 χλμ,
3
ο
ΓΕΛ ΛΑΡΙΣΑΣ
(συνήθης μέσος όρος περίπου 18 χλμ.) ανάλογα με την πυκνότητα τηςδιαθέσιμης τροφής.Τα άρρενα και θήλεια άτομα ζυγαρώνουν οποιαδήποτε στιγμή τουέτους μέσα στο νερό. Μετά από περίοδο κύησης 63 ημερών γεννιούνται 1-4κουτάβια, εξαρτώμενα από τη μητέρα τους επί ένα περίπου έτος. Το αρσενικόασχολείται λίγο ή καθόλου με τη φροντίδα των νεογνών. Η βίδρα κυνηγάσυνήθως το βράδυ, ενώ περνά την ημέρα της σε λαγούμι με υποβρύχιαείσοδο. Από το δέρμα των ενυδρίδων κατασκευάζονται πολύτιμα γουναρικά.

Εθνικός Δρυμός Ολύμπου
Μαζί με τον Παρνασσό αποτελούν τις πρώτες περιοχές στη χώρα μας που ανακηρύχθηκαν Εθνικοί Δρυμοί με το από της 9.5.1938 Βασιλικό Διάταγμα, ΦΕΚ 248 Α/1938, λόγω του συνδυασμού με έναν ιδεώδη τρόπο μεγάλης ιστορικής και φυσικής αξίας. Επίσης ο Εθνικός Δρυμός Ολύμπου έχει κηρυχθεί από την UNESCO ως «Απόθεμα της Βιόσφαιρας». Ο πυρήνας του Εθνικού Δρυμού καταλαμβάνει έκταση 4.450 ha και στην πλειοψηφία του ανήκει στη Μακεδονία. Ένα μικρό μόνο μέρος της δυτικής περιοχής του βρίσκεται σε Θεσσαλικό έδαφος. Η περιμετρική ζώνη του Εθνικού Δρυμού δεν έχει ακόμη καθοριστεί.

Η αξία του βουνού είναι πολύ μεγάλη τόσο από αισθητική και οικολογική άποψη όσο και ιστορική. Παρατηρείται μια μεγάλη ποικιλία οικοσυστημάτων όπως ρεματιές, θαμνώνες μακκίας, δάση μαύρης πεύκης, δάση φυλλοβόλων και μεικτά, συστάδες ίταμων, δάση ρόμπολων, αλπικά λιβάδια και βραχοπλαγιές. Έχει υπολογιστεί ότι σε ολόκληρο τον ορεινό όγκο του Ολύμπου υπάρχουν 1700 είδη φυτών.

Αισθητικά Δάση
Στο Ν.Δ. 996/1971 (ΦΕΚ Α 192 6/10/1971), τα αισθητικά δάση ορίζονται ως «δάση ή τοπία έχοντα ιδιαίτερη αισθητική υγιεινή και τουριστική σημασία, ως και τοιαύτη επιβάλλουσα την προστασία της πανίδας, χλωρίδας και του ιδιαίτερου φυσικού κάλλους» και είναι τα ακόλουθα:
. Κοιλάδα Τεμπών, ΠΔ 92/1974 (ΦΕΚ 31/Α/1974)
. Δασικό σύμπλεγμα Όσσας Λάρισας, ΠΔ 5/5//1977 (ΦΕΚ 175/Δ/1977)

Τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους
Τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους είναι περιοχές που έχουν μεγάλη αισθητική και πολιτιστική αξία, περιοχές που είναι ιδιαίτερα πρόσφορες για την αναψυχή του κοινού και συμβάλλουν στην προστασία και την αποδοτικότητα των φυσικών πόρων λόγω των ιδιαίτερων φυσικών ή ανθρωπογενών χαρακτηριστικών τους. Τέτοια τοπία για το Νομό Λαρίσης είναι η Κοιλάδα Τεμπών, ΥΑ 25777/8.11.68 (ΦΕΚ648/Β/25.11.68)

Περιοχές Ελεγχόμενου Κυνηγιού
Με απόφαση του Υπ. Γεωργίας, έχουν θεσμοθετηθεί περιοχές καταφυγίων θηραμάτων (καταφύγια άγριας ζωής) σε συγκεκριμένες περιοχές του Νομού Λάρισας, καθώς και Ελεγχόμενη Κυνηγετική Περιοχή (ΕΚΠ) στο όρος Όσσα (Κίσσαβος). Σε αυτή την περιοχή επιτρέπεται το κυνήγι υπό όρους με την έκδοση κάθε χρόνο προγραμμάτων κυνηγιού σε Φ.Ε.Κ.. Καθορίζονται πρόσθετα τέλη, ορίζονται ημέρες κυνηγιού, αριθμός και τιμή ειδών προς θήρευση. Είναι απαραίτητη η ικανοποιητική παρακολούθηση και φύλαξη των ήδη θεσμοθετημένων περιοχών, κάτι που σήμερα δεν γίνεται σε ικανοποιητικό βαθμό λόγω της ασαφούς οριοθέτησης (ανυπαρξία Εθνικού Κτηματολογίου) ή λόγω των εσφαλμένων διαχειριστικών μέτρων (αναδασώσεις με ξενικά είδη, άσκοπες διανοίξεις δασικών οδών κ.λπ.) και λόγω ελλιπούς προσωπικού.

Περιοχές NATURA
Οι περιοχές του δικτύου NATURA 2000 του Νομού Λάρισης είναι οι εξής:
. Κάτω Όλυμπος-Καλλιπεύκη, ως Τόπο Κοινοτικής Σημασίας με κωδικό GR1420001
. Αισθητικό Δάσος Όσσας, ως Τόπο Κοινοτικής Σημασίας με κωδικό GR1420003
. Καρλα – Μαυροβούνι -Κεφαλόβρυσο Βελεστίνου-Νεοχώρι, ως Τόπο Κοινοτικής Σημασίας με κωδικό GR1420004
. Αισθητικό Δάσος Κοιλάδας Τεμπών, ως Τόπο Κοινοτικής Σημασίας και Ζώνη Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα με κωδικό GR1420005
. Ορος Μαυροβούνι, ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα με κωδικό GR1420006
. Ορος Όσσα, ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα με κωδικό GR1420007
. Κάτω Όλυμπος, Ορος Γοδαμάνι Κοιλάδα Ροδιάς, ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα με κωδικό GR1420008
. Στενά Καλαμακίου και Όρη Ζάκρου, ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα με κωδικό GR1420009
. Στενά Καλαμακίου, ως Τόπο Κοινοτικής Σημασίας με κωδικό GR1420010

Περιοχές CORINE
Είναι οι σημαντικότεροι βιότοποι της χώρας μας, σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε στα πλαίσια του CORINE BIOTOPES PROJECT και στο Νομό Λαρίσης είναι οι παρακάτω:
. Μαυροβούνι Λάρισας, με κωδικό Α00010044
. Στενό Ροδιάς Τυρνάβου, με κωδικό Α00030012
. Όρος Κάτω Όλυμπος, με κωδικό Α00030013
. Όρος Όσσα (Κίσσαβος), με κωδικό Α00030014
. Λιβάδια Τερψιθέα,ς με κωδικό Α00030017
. Κοιλάδα Τεμπών, με κωδικό Α00060016
. Μάτι Τυρνάβου, με κωδικό Α00060017
. Ύψωμα Γεντίκι, με κωδικό Α00060019

Σημαντικές περιοχές για τα πουλιά ΙΒΑ
Οι σημαντικές περιοχές για τα πουλιά ΙΒΑ του Νομού Λαρίσης είναι οι εξής:
. Στενά Καλαμακίου, με κωδικό 047
. Κάτω Όλυμπος, Τέμπη, Όσσα, Δέλτα Πηνειού 048
. Όρος Μαυροβούνι 049

Υγρότοποι απογραφής ΕΚΒΥ
Το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων ολοκλήρωσε και εξέδωσε τον Ιούνιο του 1994 έναν πλήρη κατάλογο για τους σημαντικότερους υγρότοπους της Ελλάδας. Σε αυτόν περιλαμβάνονται όλοι οι υγρότοποι που αναφέρονται στις προηγούμενες κατηγορίες (NATURA, CORINE, κλπ.). Επιπλέον όμως, αναφέρει και άλλους που στο Νομό Λαρίσης είναι :
. Ποταμός Πηνειός, με κωδικό 140116000
. Ποταμός Ελασσωνίτικος, με κωδικό 142119000
. Ποταμός Τιταρήσιος, με κωδικό 142120000