ΙΣΤΟΡΙΑ

Σύντομη περιγραφή – Ιστορία – ΛαογραφίαΠαράδοσηΧλωρίδα & ΠανίδαΤέχνη & ΔημιουργίαΑγροτικός κόσμοςΠολιτιστικός ΣύλλογοςΒάϊος Μαλλιάρας

Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΑ

 

Α΄. ΚΤΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ

Έχουμε την τύχη να ανήκουμε σ’ ένα λαό μεγάλο, που έζησε χιλιάδες χρόνια πριν κι άφησε σε κάθε πτυχή της ελληνικής γης ίχνη από το πέρασμά του.    Τέτοια λείψανα υπάρχουν και στο χωριό μας. Είναι ελάχιστα βέβαια και ασαφή, ικανά όμως να τονίσουν ότι η ζωή εδώ έχει βαθιά τις ρίζες. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στη Μακεδονική πόλη Φίλα, κτίσμα του 3ου π.Χ. αιώνα.

Η Μακεδονία, αυτός ο χείμαρρος ζωντάνιας και δύναμης, κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο με την ισχυρή προσωπικότητα του Φιλίππου και του Μ. Αλεξάνδρου. Μετά το θάνατο του τελευταίου διασπάστηκαν οι δυνάμεις που την έκαναν κοσμοκράτειρα, εξακολουθούσε όμως να έχει την απαίτηση να ρυθμίζει αυτή τις τύχες των Ελλήνων. Την πολιτική αυτή ακολουθεί και ο Δημήτριος Β΄ ο Αιτωλικός (241 – 231 π.Χ.). Φαίνεται ότι έκτισε την πόλη Φίλα για να έχει στις επιχειρήσεις του κατά των Αιτωλών ένα ισχυρό οχυρό πολύ κοντά στον Πηνειό. Η κτίση της πόλεως κρίθηκε αναγκαία, γιατί ο Πηνειός αποτελούσε φυσική διάβαση προς τη Θεσσαλία κι όριζε από Νότο τη Μακεδονία, ήταν λοιπόν εξαιρετικά ευαίσθητη περιοχή. Κατά την συνήθεια που είχαν οι Μακεδόνες στην πόλη δόθηκε το όνομα της μητέρας του Δημητρίου Φίλας ή κατ’ άλλους της γιαγιάς του, κόρης του Αντίπατρου και συζύγου του Δημητρίου Πολιορκητού.

Ο Στέφανος Βυζάντιος γεωγράφος του 6ου μ.Χ. αιώνα στο έργο του «Περί πόλεων» γράφει τα εξής: «ΦΙΛΑ: Πόλις Μακεδονίας, κτίσμα Δημητρίου του Αντιγόνου παιδός, του Γονατά καλουμένου ός από της μητρός αυτού Φίλας επί του Πηνειού έκτισε πόλιν Φίλαν». Δυστυχώς ο Βυζάντιος δεν αναφέρει αν η πόλη υπήρχε στις μέρες του. Μια τέτοια πληροφορία θα ήταν σημαντική και θα φώτιζε αρκετά την έρευνά μας. Έχουμε όμως μια πληροφορία από τον HEUZEY που δείχνει ότι η πόλη τιμήθηκε στις μέρες της. Ο Γάλλος αυτός περιηγητής (αρχές 19ου αιώνα) μιλάει για κάποια νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή του Πυργετού. Είχαν παράσταση Νίκης και τη λέξη ΦΙΛΑ από τη μία μεριά κι από την άλλη το ρόπαλο, έμβλημα των Μακεδόνων βασιλιάδων. Είναι πράγματι δυσεξήγητο για ποια ιδιαίτερη εύνοια μια μικρή Μακεδονική πολιτεία έκοψε νόμισμα στο όνομά της. Το σίγουρο είναι ότι ευνοήθηκε.

Όμως η Φίλα έπαιξε και κάποιο ρόλο στις συγκρούσεις Μακεδόνων και Ρωμαίων κατά την τρίτη Φάση των Αγώνων τους.

 

Β΄. Η ΦΙΛΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΠΕΡΣΕΑ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΩΝ

Ο Περσέας (179-168) π.Χ. είναι ο τελευταίος Μακεδόνας που κρατάει ακόμα ψηλά τη σημαία της ελευθερίας όταν στη Νότια Ελλάδα οι Ρωμαίοι στεφανώνονταν σαν νικητές. Στις κινήσεις του η Φίλα είναι το παρατηρητίο. Ελέγχει τις κινήσεις των Ρωμαίων στη φιλική τους Θεσσαλία. Τον Ιούλιο μάλιστα του 171 π.Χ. αφήνει στην πόλη φρουρά υπό τον Τιμόθεο – 5.000 άνδρες κατά τον DESOLEVISES – κι εκείνος προχωρεί προς το Δίο όπου στρατοπεδεύει.

Μετά από αγώνες το 169 π.Χ. ο Κόϊντος Μάρκιος Φίλιππος, Ρωμαίος ύπατος καταλαμβάνει τη Φίλα και την κάνει ορμητήριο για τις εξορμήσεις του.

Τον Ιούνιο του 168 π.Χ. ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος έρχεται στο ρωμαϊκό στρατόπεδο της Φίλας, οργανώνει τις δυνάμεις του και έχοντας αυτήν σαν ορμητήριο κατορθώνει να νικήσει τον Περσέα (μάχη Πύνδας 168 π.Χ.).

Η Φίλα περιλήφθηκε στην τρίτη «μερίδα» από τις τέσσερις που δημιουργήθηκαν στη Μακεδονία. Το κέντρο της μερίδας αυτής ήταν η Πέλλα και τα όριά της έφταναν ως τις εκβολές του Πηνειού ποταμού.

 

Γ΄. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Οι μαρτυρίες που έχουμε για τη Φίλα είναι σημαντικές. Ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος την τοποθετεί 7 χιλιόμετρα δυτικότερα του Ηρακλείου (σήμερα Πλαταμώνας). Ο Δήμιτσας στο έργο του «Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας» λέει ότι ήταν «οχυρά φύσει και θέσει», κλειδί στη δίοδο Μακεδονίας και Θεσσαλίας και ότι απείχε περίπου 1 μίλι από το Ηράκλειο.

Ακριβέστερος φαίνεται ο DESDEVISE στο έργο του «GEOGRAPHIE ANCIENNE DE LA MACEDOINE» γράφει: «Περνώντας τον Πηνείο, μπροστά στο BOUROUVARI πάνω στο δρόμο από το Ομόλιο προς το Δίο συναντούμε πάνω σε λόφο, στο BOUROUVARI, τα ερείπια της Φίλας κτισμένης από το Δημήτριο Β΄ που της έδωσε το όνομα της μητέρας του. Η πόλη ήταν κτισμένη 5 μίλια μακριά από το Ηράκλειο. Νομίζω ότι ο DESDEVISES μας βοηθάει να κάνουμε κάποιες υποθέσεις. Ο δρόμος από το Ομόλιο προς το Δίο πρέπει να είναι αυτός που περνούσε από το Πετρογέφυρο κι από κει στο Διαβατό – το ύψωμα είναι μετά τα Μπουρουβάρια, θέση «φύσει οχυρά» και ελέγχει τη διάβαση (Διαβατός ίσον πέρασμα). Γιατί λοιπόν να μη δεχτούμε ότι εκεί είχε κτιστεί η Φίλα; Εξάλλου το ότι στο Διαβατό άνθιζε οικισμός μας το επιβεβαιώνει ο ίδιος ο τόπος, αλλά και η παράδοση που λέει ότι ο Πυργετός κτίστηκε από κατοίκους του Διαβατού που έφυγαν από κει λόγω επιδημικής αρρώστειας».

Σχετικά με την ονομασία BOUROUVARI, θυμίζω τα Μπουλουβάρια του Πυργετού. Εδώ έχουμε πολλά λείψανα άλλων εποχών.

Τα εξωκλήσια που αναφέρονται από περιηγητές των αρχών του 19ου αιώνα σαν ερειπωμένα – πρέπει να ήταν παλιά από τα χρόνια της τουρκοκρατίας – την επιτάφια πλάκα που σήμερα είναι εντοιχισμένη στον ναό του Αγίου Γεωργίου στον Πυργετό, τις επιγραφές – βυζαντινές και ρωμαϊκές – που ο HEURZEY λέει ότι τις βρήκε έξω από το εξωκλήσι του Πυργετού, τον Άγιο Νικόλαο, το κτίσμα, που μέρος του υπάρχει και σήμερα και που θυμίζει βαπτιστήριο των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Αν συνδυάσουμε μ’ όλα αυτά και την πληροφορία ότι το Βυζαντινό Λυκοστόμιο κτίστηκε κάπου κοντά στην αρχαία Φίλα, ίσως μπορούμε να πούμε ότι στα σημερινά Μπουλουβάρια είχαμ ετο Λυκοστόμιο. Ο τόπος μάλιστα δικαιολογεί θαυμάσια την ονομασία.

Αυτή η υπόθεση ερμηνεύει πολλά. Για παράδειγμα τους τάφους και τα νομίσματα που βρέθηκαν από πολλούς σ’ όλη την περιοχή και που δυστυχώς, τώρα έχουν χαθεί όλα. Αν σήμερα είχαμε κάποιο νόμισμα λόγου χάρη, ίσως θα μαθαίναμε την εποχή, ή και άλλα στοιχεία.

Τέλος αναφέρω και την ερμηνεία που δίνει ο HEURZEY στο BOUROUVARY. Λέει ότι σημαίνει «διασκορπισμένοι άνθρωποι». Είναι άραγε πολύ τολμηρό να πούμε ότι μετά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση οι Φιλαίοι (κάτοικοι της Φίλας) διασπάρθηκαν στην κοιλάδα, έζησαν εκεί στα κτήματά τους, στη συνέχεια δε λόγω επιδρομών ή και επιδημίας ακόμα αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται ο Πυργετός; Αλλά το όλο θέμα απαιτεί έρευνα και μεγαλύτερη κάλυψη.

 

Το Βυζαντινό Λυκοστόμιο

Η Φίλα πρέπει να καταστράφηκε από τις αλλεπάλληλες εχθρικές επιδρομές και οι κάτοικοι της διασκορπίστηκαν στη γύρω περιοχή καθώς και σε άλλα μέρη.

Όμως κατά τον 10ο περίπου αιώνα μ.Χ. οι Βυζαντινοί για να αναχαιτίσουν αυτές ακριβώς τις από βορρά επιδρομές, έκτισαν στην ίδια θέση ή κάπου κοντά την Πόλη Λυκοστόμιον.

Έτσι ονομαζόταν κατά τα Βυζαντινά χρόνια όλη η κοιλάδα των Τεμπών κι από κει πήρε και η πόλη το όνομα.

Σαν φρούριο το Λυκοστόμιον είχε μεγαλύτερη σημασία από το φρούριο των Τόννων, γιατί τότε οι Βαρβαρικές επιδρομές γινόταν από το Βορρά. Στην πόλη υπήρχε και φερώνυμη επιτροπή που υπαγόταν στην Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και περιελάμβανε όλη την περιοχή των Τεμπών. Όσον αφορά τον ακριβή καθορισμό της θέσεως του Λυκοστομίου, τα πράγματα περιπλέκονται γιατί οι πληροφορίες δεν είναι σαφείς.

Ο Άγγλος περιηγητής William Leake στο ημερολόγιό του λέει ότι ήταν πόλη Βυζαντινή μεταξύ Δερελί και Μπαλαμούτ, κτίστηκε μάλλον τον 11ο αιώνα. Άλλοι τοποθετούν την πόλη στα Αμπελάκια, ίσως γιατί τον 19ο αιώνα η έδρα του Επισκόπου Λυκοστομίου ήταν εκεί.

Στον Κατακουζηνό όμως διαβάζουμε τα εξής: «Και είδε τον τε Γόλον και Καστρίν και Λυκοστόμιον, πολίσματα αυτής» (Τις θεωρεί πόλεις της Θεσσαλίας. Ο Γόλον είναι σίγουρα οι Γόννοι και το Καστρίν κατά πάσα πιθανότητα το Κάστρο της Ωριάς).

Ο Δουσμάδης στη Ιστορία της Θεσσαλίας, αναφερόμενος στους αγνώνες των Βυζαντινών κατά των Φράγκων, ιδιαίτερα των Καταλανών, λέει ότι το 1333 ο διοικητής Θεσσαλονίκης Μονομαχάτος βλέποντας την αναρχία που επικρατούσε στη Θεσσαλία αποφάσισε ν’ αναλάβει εκστρατεία σ’ αυτήν. Καθώς κατεβαίνει, καταλαμβάνει το Λυκοστόμιον και το Καστρίον και φθάνει μέχρι τον Γόλον, όπου ήταν διοικητής ο Ιωάννης Άγγελος.

Απ’ αυτά είναι φανερό ότι και οι δύο τοποθετούν το Λυκοστόμιο έξω από την Ανατολική είσοδο της κοιλάδας των Τεμπών.

Αυτό φαίνεται κι από το ημερολόγιο του Ενετού Angiolello. Στις 7 Αυγούστου 1470 γράφει τα εξής: «… Εις το τέρμα της στενωπού (δηλ. της Ανατολικής εισόδου των Τεμπών) υπάρχουν αρχαίαι οικοδομαί, αι οποίαι μαρτυρούν ότι ήτο κάποτε εκεί πόλις ή κάστρον».

Από το κείμενο αυτό μαθαίνουμε επιπλέον ότι τον 15ο αιώνα αι το Λυκοστόμιον είχε καταστραφεί.

Ο Desdevises στηριζόμενος σ’ όλες αυτές τις μαρτυρίες, επιπλέον δε στο ότι στη θέση Μποθλουβάρια (κοντά στον Πυργετό) βρίσκονταν (και εξακολουθούν να υπάρχουν) ερείπια, ισχυρίζεται ότι το Λυκοστόμιον αντικαθιστά τη Φίλα και ίσως δεν έχει άδικον.

 

Οι Ευρωπαίοι περιηγητές

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα βρίσκονταν πολλοί Ευρωπαίοι που συμμερίζονταν τη μοίρα του υπόδουλου και αλάφρωναν πολλές φορές τον πόνο τους, ασκώντας κάποια επιρροή στους κατακτητές σαν προσωπικοί ή και σύμβουλοι ακόμα.

Πολλοί απ’ αυτούς θαυμάζοντας το Ελληνικό παρελθόν γύριζαν τους τόπους και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους. Είναι οι γνωστοί περιηγητές, που τα έργα τους είναι αξιόλογη πηγή για τους μεταγενέστερους.

Η περιοχή που μας ενδιαφέρει ερευνήθηκε από τον Άγγλο Leake, τους Γάλλους Panqueville και Heuzey και άλλους. Οι απόψεις τους είναι πολύ ενδιαφέρουσες και γι’ αυτό έκρινα σκόπιμο να παραθέσω αποσπάσματα από το έργο τους.

Στο Heuzey λοιπόν διαβάζουμε:

«… Έχω μπροστά μου τώρα όλη την πλευρά της Πιερίας, ξεκινώντας από τον Πηνειό που σχηματίζει το σύνορο προς νότο…

Το πρώτο χωριό που συναντάει κανείς βγαίνοντας από την κοιλάδα των Τεμπών είναι ο Πυργετός, με 100 σπίτια. Βρίσκεται αριστερά σ’ ένα μικρό ύψωμα, κάτω απ’ τη Ραψάνη και την Κρανιά.

Μέσα στην κοίτη των χειμάρων αναγνωρίζω με χαρά ένα Ελληνικό δενδρύλιο, τη λυγαριά.

Βλέπει κανείς καθαρά πως ιδιαίτερα αυτός ο τόπος δεν ανήκει στα χέρια του ραγιά. Τον καλλιεργεί, αλλά δεν είναι ο κύριος και δεν παίρνει απ’ το σιτοβολώνα του παρά ένα μέρος της συγκομιδής.

Ο Πυργετός είναι ένα τσιφλίκι. Είναι μια παλιά ιδιοκτησία του Αλή Πασά. Τώρα ανήκει στο Ρεσίτ Πασά. Αυτές οι μεγάλες εκτάσεις έγιναν, μετά την πτώση Αγρόκτημα του Σουλτάνου και τις παραχώρησε, 50 χρόνια τώρα, το νέο τους κύριο. Ο Πυργετός ειδικά είναι το κέντρο της περιοχής του πλούσιου άρχοντα και έδρα του επιστάτη.

Να η κατάσταση των Ελλήνων καλλιεργητών μέσα στο τσιφλίκι. Χωρίζουν τη συγκομιδή τους σε 10 μέρη. Ο άρχοντας αρχίζει παίρνοντας ένα τίτλο της δεκάτης. 3 άλλα πάνε στον κύριο και μένουν 6 στο χωριάτη. Μόνο που τα έξοδα της καλλιέργειας είναι στην πλάτη του τελευταίου. Είναι υποχρεωμένος να έχει έτοιμα τα βόδια και τα εργαλεία της δουλειάς.

Ο Πυργετός οφείλει τα’ όνομά του σ’ έναν πύργο Τούρκικο που μπορούσε κανείς να δει άλλοτε στο μέρος όπου σήμερα υψώνεται το ψηλό σπίτι του επιστάτη.

Πράγματι είναι ένα σημείο αντιστάσεως εξαιτίας της γειτνιάσεως με τα Τέμπη και το οποίο δεν είχε παραμεληθεί από τους αρχαίους.

Ο Στέφανος Βυζάντιος μιλάει για την πόλη Φίλα (αναφέρεται σ’ όλη την ιστορία της).

Στη συνέχεια με οδήγησαν στην Εκκλησία του χωριού. Εκκλησία που τιμήθηκε από ένα παράξενο ιδρυτή. Είναι ο Αλή Πασάς που την έκτισε το 1799. Εκεί βρήκα μια μεγάλη επιγραφή Βυζαντινή… Είναι μια επιτάφια πλάκα. Επαινείται σ’ αυτήν η πίστη η ακλόνητη και η αγαθοεργία του θανόντος. Το όνομά του δεν είναι γραμμένο, αλλά δεν μπορεί παρά να είναι ένα επίσημο πρόσωπο. Πρέπει να αναφέρω επίσης ότι είναι ένα κομμάτι μεγάλο και βαρύ παράλληλα, που έχει τοποθετηθεί εδώ όχι από πολύ μακριά· σίγουρα έχει βρεθεί στα περίχωρα.

Πράγματι μισό μίλι μακριά απ’ το χωριό βρήκα μια έκταση μεγάλη – η μισή καλλιεργημένη η άλλη σκεπασμένη με δέντρα – κομμένη από δύο χείμαρρους που χύνονται στον Πηνειό. Πέντε εκκλησίες είναι διασκορπισμένες εδώ κι εκεί κάτω απ’ αυτά τα δέντρα.

Ο μεγαλύτερος απ’ τους χείμαρρους ονομάζεται Μπουλουβάρι, όνομα που φανερώνει ένα τόπο κατοικημένο από παλιά από ένα μεγάλο λαό, τώρα διασκορπισμένο. Αυτό είναι το νόημα του Αλβανικού Bourou Varis λέξη προς λέξη άνθρωποι διασκορπισμένοι».

Και αναφερόμενος στο Λυκοστόμιον.

«Εάν ο Τζέτζης και ο Κατακουζηνός τοποθετούν το Λυκοστόμιον στη Θεσσαλία, είναι που αυτή η πλευρά όλη, ανατολικά του Ολύμπου, συμπεριλαμβανόταν στη Θεσσαλία, ενώ άλλοτε εδώ τελείωνε η Βοττιαία».

Και πιο κάτω.

Έχω βρει ένα χρυσόβουλο (αυτοκρατορικό έγγραφο) όπου ερωτάται για τους θαλασσινούς του λυκοστομίου. Αυτή η πόλη, λοιπόν, ήταν προφανώς κτισμένη προς τη θάλασσα.

Όπως είδαμε ο Heuzey μας δίνει πολλές και αξιόλογες πληροφορίες. Τον Πυργετό όμως τον αναφέρουν κι άλλοι.

Ο William Leake που περιγράφει τη Θεσσαλία ανάμεσα στο 1805-1810 τον ονομάζει Πυργωτό.

Χαρακτηριστικά λέει: «Από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής είναι η Ραψάνη, ορεινό χωριό με 150 σπίτια και  Πυργωτός, ακριβώς κάτω απ’ τη Κρανιά. Και ο Henzy Holland αναφέρει τον Πυργετό σαν μεγάλο χωριό (1819). Αξίζει όμως να παραθέσουμε κι ένα απόσπασμα από το έργο: «Voyage dans la Grece» του Ponqueville, στο οποίο φαίνεται καθαρά η θέση των κατοίκων στα μαύρα αυτά χρόνια.

«… Ακολουθώντας το ρεύμα του Πηνειού αφήνουμε, ένα μίλι στην πλαγιά το χωριό Pyrioto (Πυργωτό).

Ένας Αλβανός που βάδιζε σαν ανιχνευτής στην κορυφή του καραβανιού μας έκανε να παραμερίσουν οι χωρικοί, οι οποίοι απομακρύνθηκαν με μια συγκατάβαση που δείχνει σεβασμό…»

Αποκαλυπτικά μιας παλιάς εποχής τα έργα των Ευρωπαίων, νομίζω ότι φωτίζουν εξαιρετικά τη ζωή στην περιοχή σε μια περίοδο που τα πάντα σκεπάζει το σκοτάδι της ξενικής κατοχής και – δυστυχώς – μερικές φορές και της εθελοδουλείας»

 

Διάφορα ευρήματα

Ι Επιγραφές

  • Στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πυργετού είναι εντοιχισμένη μια πλάκα σε παραλληλόγραμο σχήμα, 1 m x 40 cm περίπου και φέρει σε επική διάλεκτο με ωραίους συμμετρικούς χαρακτήρες, την εξής περιγραφή:

EKΘΥΜΩΣ ΦΙΛΕΩΝ ΔΙΔΥΜΟΝ ΚΟΡΥΦΗΝ ΑΡΕΤΑΩΝ

ΕΥΘΥΤΑΤΗΝ ΠΙCΤΗΝ Η ΔΕ ΦΙΛΟΞΕΝΙΗΝ ΤΩΝ ΜΕCA

ΚΑΙ CYNAΠΗΡΕΝ ΑΠΌ ΧΘΟΝΟΣ ΕΣ ΒΙΟΝ ΑΛΛΟΝ

ΞΕΝΟΙCI ΠΡΟΛΙΠΩΝ ΚΑΙ ΓΕ ΠΕΝΗCI ΠΟΘΟΝ.

Σε μικρογράμματη γραφή μεταφερόμενη λέει τα εξής:

Εκθύμως φιλέων δίδυμον κορυφήν αρετάων

Ευθύτατην πίστην ηδέ φιλοξενίην των μετά

Και συναπήρεν από χθόνος ες βίον άλλον

ξένοισι προλιπών και γε πένησι πόθον.

Δηλαδή:

Επειδή αγαπούσε από καρδιάς τις δύο μεγάλες αρετές, την απλή πίστη και τη φιλοξενία, μαζί μ’ αυτές έφυγε από τη γη για την άλλη ζωή αφήνοντας στους ξένους και τους φτωχούς τον πόθο (την αγάπη). Μοιάζει με επιτάφεια πλάκα και το κείμενο δείχνει ότι πρόκειται για σημαντικό πρόσωπο, ίσως επίσκοπο της περιοχής.

(Ας μην ξεχνούμε ότι στον τόπο αυτό Επισκοπή αποτελούσε το Λυκοστόμιο).

 

  • Ο Heuzey διέσωσε δύο επιγραφές από την περιοχή του Αγίου Νικολάου, οι οποίες σήμερα δεν βρίσκονται πουθενά (ούτε στα μουσεία Βόλου και Λάρισας). Είναι οι εξής:
  1. a) BIAEAQUILIN

POMPONIAE

BAEBIAESPEN

VIVIS       και η αποκατάσταση

(Bae) biae Aquilin(ae)

Pomponiae

Baebiae    Speri(dusae)

 

Είναι αναρηματική πλάκα. Οι Λατινικοί χαρακτήρες μας αναγκάζουν να την τοποθετήσουμε στα πρώτα χριστιανικά χρόνια.

 

  1. b) V VEI ENOMIC

MNACTA

Η επιγραφή συμπληρώνει ένα ανάγλυφο που ο Hezey το περιγράφει κάπως έτσι: Ένα ανάγλυφο χονδροειδώς δουλεμένο παρουσιάζει μια γυναίκα καθισμένη ν; κρατάει ένα λουλούδι. Δίπλα ένα παιδί ένας άνδρας ντυμένος μ’ ένα μακρύ ρούχο έχει στο χέρι κάνιστρο ιερό. Δύο ονόματα υπάρχουν. Δεν μπόρεσα να διαβάσω παρά αυτό της Mnasta. Μία προσπάθεια για αποκατάσταση μπορεί να μας δώσει δύο κείμενα:

v(i)vie(ut)      ENIMOC

;       Mnasta

Δηλαδή μακάρι να ζουν ο Ένιμος και η μνηστή (πρέπει να λείπει το όνομά της) ή

v(i)ve(ze)      ENIMOC

MNACTA

Δηλαδή, ζείτε ο Ένιμος και η μνηστή.

 

Όποια όμως κι αν είναι το κείμενο, είναι σχεδόν σίγουρο ότι η ανάγλυφη πλάκα με την επιγραφή ανάγεται στο Bas Enpire, δηλ. τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια. Μάλλον πρόκειται για δύο μνηστευμένους νέους που πέθαναν μαζί άγνωστο για ποια αιτία. Οι ζώντες τους εύχονται αιώνια ζωή.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στον Άγιο Γεώργιο, κοντά στην εντοιχισμένη επιγραφή, είναι ένα ανάγλυφο σαν αυτό που περιγράφει ο Heuzey, μόνο που δεν φαίνεται η επιγραφή, όμως δεν είναι απίθανο να έχει καλυφθεί.

  • Πάλι ο Heuzey διασώζει μια ενεπίγραφη παράσταση που τη βρήκε κοντά στην Αγία Παρασκευή. Η επιγραφή έχει την εξής μορφή:

CYPACY    Φ       ΟΡΟΝΤΟΝ

CAYCHC   AND    PAMNEIN XA

IN AΡΩC  XΡ      ΣΤΕ ΧΑΙΡΕ

Τα γράμματα χωρίζονται από μια μορφή του Ερμή δουλεμένη σε κοίλο (κάτι αντίστοιχο με τη στήλη και την επιγραφή ΕΡΜΑΟ ΧΘΟΝΙΟ). Πάνω απ’ την επιγραφή απεικονίζεται ένας καβαλάρης γλυπτός· από κάτω ένα κοπάδι σκύλων.

Πρέπει να αναχθεί στον 2ο με 4ο μ.Χ.αιώνα, γιατί εκεί τοποθετούνται όλες αυτού του είδους.

Μία, ακριβώς όμοια, του 4ου μ.Χ. αι., με την επιγραφή:

Zωσίμη…

τον εαυτής άνδρα μνείας χάριν

βρήκα στο Μουσείο της Λάρισας.

 

Πετρογέφυρο

Μισοκρυμμένο μέσα στην πλούσια βλάστηση του Πηνειού, χορταριασμένο με έκδηλα τα ίχνη του χρόνου πάνω του ξεπροβάλλει το παλιό πέτρινο γεφύρι κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή.

Είναι σπασμένο στη μέση, μένουν όμως αρκετές καμάρες που έχουν μισοκρυφτεί από τις προσχώσεις του ποταμού.

Παρ’ όλα που έχει λεηλατηθεί – οι κάτοικοι των γύρω χωριών έπαιρναν πέτρες διαλεχτές για τα σπίτια τους – τα σκέλη που σώζονται δείχνουν την υψηλή τεχνική της κατασκευής του.

Πέτρα πώρινη στα βάσεις της καμάρας, στηριγμένη πάνω σε ξύλα δρύϊνα, άλλη πέτρα τετραγωνισμένη πιο πάνω, δεμένη με ασβέστη ανάμικτη με κάποιο άλλο ενωτικό υλικό πιο πάνω, στα τόξα, ψιλές πλάκες δουλεμένες κάθετα με τέχνη.

Η μεσαία καμάρα έσπασε από το ρεύμα του ποταμού. Σήμερα σώζεται ένα κομμάτι της στο οποίο υπάρχουν δύο μικρότερα τοξοειδή ανοίγματα που χρησίμευαν μάλλον σε περίπτωση υπερεκχειλίσματος και δίπλα δύο μεγάλες και τέσσερις μικρότερες καμάρες, που έχουν σχεδόν χαθεί μέσα στις προσχώσεις και τη βλάστηση.

Στο τέλος του γεφυριού σώζεται καλντερίμι σ’ έκταση 40 περίπου μέτρων. Ήταν ο παλιός δρόμος προς τη Μακεδονία. Από πότε χρονολογείται άραγε το γεφύρι;        Ένας γέροντας του χωριού ο κ. Ιωάννης Σαράφης λέει ότι το 1918 οι Γάλλοι έλεγαν ότι είναι το γεφύρι του Μ. Αλεξάνδρου.

Η Άννα Κομνηνή στην ιστορίας της λέει ότι ο πατέρας της αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός, στον κατά των Νορμανδών πόλεμο, το 1083 δεν ακολουθεί το συνηθισμένο δρόμο μέσω Τεμπών, αλλά τον πανάρχαιο και δύσκολο των Θεσσαλικών ακτών, μέσω Ογαλίου, γιατί φοβήθηκε ότι οι Νορμανδοί θα είχαν οχυρώσει τα στενά των Τεμπών.

 

Βυζαντινές εικόνες

Στην Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Πυργετού βρίσκονται τέσσερις εικόνες Μακεδονικής Τέχνης του 14ου μ.Χ. αιώνα. Είναι του Δεσπότη Χριστού, της Θεοτόκου, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και του Αγίου Γεωργίου.

Η μία απ’ αυτές, της Παναγίας φέρει την επιγραφή:

Δέησις του δούλου του Θεού Μαρτίνου, και τη χρονολογία ΥΠΥ αν το Π εκληφθεί ως ΙΙΙ (σαμπί, δηλ. 900), όπως είναι εξάλλου φυσικό (γιατί το Π οι Βυζαντινοί το δήλωναν με το π. έχουμε το 6.906 από κτίσεως κόσμου. Δηλαδή, το 1998 (6.906-5.508), τέλος του 14ου αι.

Είναι εικόνες σπάνιες, παλιάς εποχής και εξαιρετικής τέχνης, που ζωντανεύουν την πίστη του Πανσέληνου και όλων των άλλων αγιογράφων μοναχών.

Εκτός απ’ αυτές υπάρχουν και πολλές άλλες άξιες προσοχής σ’ όλα τα εξωκκλήσια του χωριού.

Χρονολογείται από το 1800, 1804, 1810.

 

Νομίσματα

Λέγεται ότι πολλοί κάτοικοι του Πυργετού βρήκαν διάφορα νομίσματα και κοσμήματα στα σπίτια τους ή και στα χωράφια ακόμη χωρίς να καταστεί δυνατό να βρεθεί κάτι απ’ αυτά για να φωτίσει την έρευνα. Αν είχαμε κάποιο δείγμα, ίσως μαθαίναμε κάτι περισσότερο για την εποχή που ερευνούμε.

Μα και μόνη η παράδοση – όπως και τα μνημεία που προαναφέρθηκαν – έστω και λιγοστά – αποδεικνύει ότι η περιοχή αυτή έσφιζε από ζωή κάποτε.

 

Η Παράδοση

Η προφορική παράδοση αποτελεί σημαντική πηγή για την Ιστορία, καθόσον μάλιστα τα στοιχεία που με μορφή γενικοτήτων μας δίνει επιβεβαιώνονται, αργά ή γρήγορα από άλλες ιστορικές πηγές.

Δεν μπορούμε λοιπόν να αδιαφορήσουμε και για την παράδοση Πυργετού, η οποία μάλιστα καλύπτει αρκετά θέματα.

 

Ι. Διαβατός

Ο Διαβατός, χωριό που βρίσκονταν ΒΑ του σημερινού Πυργετού, καταστράφηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας από πανούκλα μια επιδημική αρρώστια που θέρισε τους ανθρώπους. Οι κάτοικοι του έφυγαν από τον τόπο τους και για να ζήσουν – δεν υπήρχε άλλος δρόμος – προσκολήθηκαν στο τσιφλίκι της περιοχής. Ήρθαν λοιπόν, κοντά στον Πύργο – κέντρο ελέγχου όλου του κάμπου – κι αποτέλεσαν το κοληγοχώρι που ονομάστηκε Πυργωτός πρώτα και στη συνέχεια Πυργετός. Αργότερα, για ανάλογους  λόγους  ήλθαν στον Πυργετό και κάτοικοι από το χωριό Αβαρίστα.

Στο τσιφλίκι έβρισκαν τη στοιχειώδη ασφάλεια κι ένοιωθαν κάποια σιγουριά για το μέλλον πράγματα για τη οποία υπέφεραν πολύ τα σκληρά αυτά χρόνια.

 

ΙΙ. Κουλές – Ρέμπελοι

Ο Πύργος – Κουλές, κουλόης ή κούλια όπως τον έλεγαν οι Τούρκοι – κάηκε αρκετές φορές. Είναι γνωστό ότι μετά το 1821 αλλά και πριν από την Επανάσταση, οι Έλληνες της Μακεδονίας και του Ολύμπου ποτέ δεν σταμάτησαν να λαχταρούν τη λευτεριά τους και ν’ αγωνίζονται γι’ αυτήν.

Αναφέρεται, λοιπόν, ότι κάποιος Αποστόλης αρχηγός μικρού σώματος, συνεννοήθηκε με Πυργετηνούς και κατάφερε να καταλάβει τον Πύργο. Οι λιγοστοί Τούρκοι – Κόνιαροι, όπως τους έλεγαν, δηλ. Τούρκοι που κατάγονταν από το Ικόνιο – τάχασαν και ζήτησαν ενισχύσεις από το Λιτόχωρο. Όταν εμφανίστηκε ο στρατός, οι κάτοικοι έντρομοι έπιασαν το βουνό, ενώ στον Πύργο αμυνόμενος ηρωικά ο Αποστόλης με τους συνεργάτες του, ντόπιους και ξένους.

Τελικά, επειδή ήταν αδύνατη η ανακατάληψη του Πύργου, οι Τούρκοι αποφάσισαν την πυρπόλησή του. Το τέλος των «ρέμπελων» ήταν τραγικό μα και ηρωϊκό, μαρτυρικό συνάμα. Κι ο λαός τραγούδησε τον πόνο του όπως πάντα.

 

ΙΙΙ. Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Από τον Πυργετό –  κατά την μαρτυρία όλων – πέρασε και ο άγιος της Σκλαβιάς – Κοσμάς ο Αιτωλός. Ήταν δύσκολες οι ώρες που περνούσε ο Ελληνισμός. Ο κίνδυνος του αφανισμού και του χαμού της φυλής ήταν μεγάλος. Τότε ακριβώς, τον 18ο αι. ο μεγάλος δάσκαλος αποφάσισε να γυρίσει όλη την Ελλάδα και να ξυπνήσει στην ψυχή των υπόδουλων την φλόγα της ζωής που πήγαινε να σβήσει. Στον Πυργετό έστησε το σταυρό στο Πουρνάρι κι εκεί δίδαξε τους σκλάβους. Από τότε το δέντρο θεωρείται ιερό και το δείχνουν οι μεγαλύτεροι στους μικρότερους παραδίδοντας έτσι την κληρονομιά και ορίζοντας το χρέος τους.

Μιλούν και για θαύματα που έκανε ο Άγιος, όταν πέρασε από το χωριό. Σήμερα οι Πυργετηνοί τιμώντας τον γιατί τους στήριξε τότε που πήγαιναν να λυγίσουν έκτισαν περικαλλή ναό προς τιμήν του και πανηγυρίζουν σε μνήμη του.

 

ΙV. Ιον Ιονέσκου – Άρχοντας Γιοβάννης

Στη θέση του Κουλέ μετά την καταστροφή του, κτίζεται το σπίτι του επιστάτη στο οποίο συγκεντρώνονται όλα τα εισοδήματα.   Οι χωρικοί έδιναν το τρίτο στον αφέντη, αλλά οι Πυργετηνοί δεν ήταν συνεπείς στον Τούρκο κι ούτε υπήρξαν ποτέ ευπειθείς δουλοπάροικοι. Πραγματικό βοηθό βρήκαν το πρόσωπο του άρχοντα Γιοβάννη, του καινούριου επιστάτη, που με ανθρωπιά του κέρδισε την αγάπη τους και τους βοήθησε τις δύσκολες στιγμές με τις γνώσεις της γεωπονικής που είχε και τις μεθόδους καλλιέργειας που εισήγαγε.

Σημαντικό είναι ότι στα χρόνια της δικής του επιστασίας, το 1856 ξαναχτίστηκε η εκκλησία του χωριού. Πράγμα που θυμούνται οι κάτοικοι με μεγάλη ευγνωμοσύνη.

 

  1. V. Συνοριακό επεισόδιο του 1882.

Με τη συνθήκη του Βερολίνου, που εφαρμόστηκε το 1881, τα σύνορα του ελεύθερου Ελληνικού κράτους ήταν 4 χιλ. νότια του Πλαταμώνα.      Αυτό ήταν αδιανόητο για τον Τούρκο Πασά της Κατερίνης, ο οποίος μέσα στην αγανάκτησή του, κομπάζοντας, έλεγε ότι σύντομα θάπαιρνε τον καφέ του στο Ντερλί (Δερελί). Ένας Πυργετηνός, ο Στέργιος Τσιαρδάκας, που πήγε να πουλήσει «ζαρζαβάτι» στην Κατερίνη, τον άκουσε. Έφυγε, λοιπόν, αμέσως και ειδοποίησε τον διοικητή του λόχου που φύλαγε τη συνοριακή γραμμή, το λοχαγό Μαυροδήμο. Εκείνος ετοιμάστηκε στρατολογώντας και χωρικούς και στην αποκοτιά του Τούρκου Πασά απάντησε με την ετοιμότητα του συνετού στρατιώτη· έτσι προκάλεσε κατάπληξη στους Τούρκους και τους ανάγκασε να γυρίσουν στην Κατερίνη.(Η γνωστή στο Καραλή Δερβέν μάχη).

 

  1. VI. Μαρίνος Αντύπας

Ο Τούρκος Ρεσήτ Πασάς  μετά το 1881, επειδή δεν ήταν εύκολος ο έλεγχος των τσιφλικιών, τα πούλησε στους Έλληνες Σκερδαρέ, Μεταξά και Χαρικόπουλο, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν το φτωχό χωρικό και τη μοίρα του.

Στον Πυργετό επιστάτης ήταν κάποιος Κυριάκος, ονομαστός για τη σκληρότητά του. Αυτός μάλιστα έστησε και την παγίδα στον Αντύπα, τον ανηψιό του Σκερδαρέ, που ήταν επιστάτης στο Λασποχώρι (Ομόλιο).

Ο Αντύπας ήταν άνθρωπος με φιλάνθρωπα αισθήματα, αγαπούσε πολύ τους χωρικούς και ήθελε να χαρίσει το τσιφλίκι σ’ αυτούς. Τέτοιες ιδέες, βέβαια, ήταν επικίνδυνες για τους τσιφλικάδες και γι’ αυτό έπρεπε να τιμωρηθεί. Τούστησαν, λοιπόν, την παγίδα στον Πυργετό και τον σκότωσαν.

Το θάνατό του θρήνησαν όλοι οι χωρικοί, ιδιαίτερα του Ομολίου. Ήταν μια ελπίδα γι’ αυτούς.     Όπως έγινε ήδη φανερό κι όπως θα δειχθεί και παρακάτω – τα στοιχεία της παραδόσεως σε πολλά σημεία επιβεβαιώνονται από τις άλλες μαρτυρίες. Βέβαια, ίσως διατηρείται κάτι αλλοιωμένο, δεν παύει όμως να είναι μια αξιόλογη πηγή· η πιο αξιόλογη θα ‘λεγα.

 

Χ. Ιστορικά Δημοτικά Τραγούδια

Το Δημοτικό Τραγούδι υπήρξε πάντα η έκφραση του πόνου του Ραγιά. Τραγούδι που τον συντρόφευε σ’ όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Τραγούδησε τη λεβεντιά, τον ηρωισμό, τη θυσία, τον πόνο, τον καημό την καταστροφή, τη συμφορά! Αποτελούν λοιπόν αξιόλογη πηγή για τον ερευνητή.

Πιστεύω ότι αξίζει να παραθέσουμε κι εμείς τα δημοτικά τραγούδια που φαίνεται ότι έχουν κάποια σχέση με τον τόπο και τα γεγονότα.

 

  1. ΓΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΠΛΙΑΤΣΚΑΣ

1810

(από τη συλλογή Passow)

 

Τι συλλογιέσαι Γιώτη μου, τι βάνεις με το νου σου;

Mη συλλογιέσαι για κλεψιά, κλέφτης για να βαρέσεις;

Δεν συλλογιέμαι για κλεψιά, κλέφτης για να βαρέσω

Μον συλλογιώμαι τον καιρό, το τι καιρός μας ηύρε.

Που τα Ντερβένια Τούρκεψαν, τα πήραν Αρβανίταις

Πασάς πήρε τη Ραψάνη, πήρε την Αλασσώνα

και τα μικρά Λαζόπουλα πήραν την Κατερίνη

 

(Η Ιστορία λέει ότι το 1814 ο Βελή Πασάς Τρικάλων – ο γιος του Αλή – έρχεται στη Ραψάνη. Εκεί προσκαλούνται οι Λαζόπουλοι και σκοτώνονται όλοι στη γιορτή).

 

  1. Ο ΛΟΙΜΟΣ ΕΙΣ ΡΑΨΑΝΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΝΟΒΟ

1814

(από τη συλλογή Passow)

 

Όλαι αι χώραι μόλεψανκι όλαι παρηγορούνται

η Ραψάνη και ο Τύρναβος παρηγοριά δεν έχουν

Τρεις χιλιάδες εις Τύρναβον κι ακόμη αποθνήσκουν

Καυμένε Τούρναβε

Κλαίουν μανούλαις για παιδιά και τα παιδιά για μάναις

Κλαίει και μια οικοκυρά η πρώτη γεροντίνα

Την πέθαναν τρία παιδιά και τρία κοριτσάκια

Εσείς κρυοβρυσίτσαις μου όλαις να ξεραθήτε.

 

  1. (Από κάτοικο του Πυργετού)

 

Τρία πουλάκια κάθονταν

στουν Πυργοντό, τουν Πύργου

Τόνη τηράει τον γιαλό,

τάλλο κατά την πούρλια

το τρίτο το μικρότερο

μοιρολογεί και λέει

Καραϊσκάκη Αρχηγέ

μ πρώτε καπιτάνιε

πολλή Τουρκιά μας πλάκωσε

έλα για να τους διώξεις

 

  1. 1840

(Από κάτοικο του Πυργετού)

 

Τρεις περδικούλες κάθονταν

στον Διαβατό απάνω

Η μια κυττάει προς την Αγιά

η άλλ’ στον Πλαταμώνα

κι η τρίτη η μικρότερη

μοιρολογεί και λέει

Σηκούτι για να φύγουμε

γιατί ο πασάς μας έρχεται

με 28 χιλιάδες

Μηδέ στην πούρλια στήθηκαν, μηδέ στον Πλαταμώνα

Στον Πυργετό ετράβηξαν και τον Κουλά κυκλώσαν

 

Είναι φυσικό να αποτελούν τα τραγούδια τον απόηχο σημαντικών γεγονότων όπως της αρρώστιας που κατέστρεψε όλη την περιοχή, της τελικής υπό στον Αλή και της επιδρομής των Τούρκων κατά του Πυργετού, που τέλειωσε με την πυρπόληση του Κουλή.

Η παράδοση λοιπόν ενισχύεται και αξιοποιείται.

 

Ι. Φίλα – Διαβατός – Πυργετός

Από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας μπορούμε κάλλιστα να καθορίσουμε τη θέση της Φίλας. Σ’ αυτό μας βοηθούν οι διάφορες μαρτυρίες γραπτές ή προφορικές αλλά και ο ίδιος ο τόπος όπως είναι σήμερα.

Πιστεύουμε λοιπόν, ότι η Φίλα βρισκόταν στη θέση Διαβατός, για τους εξής λόγους.

Οι αρχαίοι και οι νεώτεροι – όλοι – τοποθετούν την αρχαία πόλη δυτικότερα του Ηρακλείου πάνω σε λόφο και την ορίζουν σαν θέση ικανή να βλέπει την περιοχή μέχρι την είσοδο των Τεμπών.

Ο Heuzey και ο Desdevises μας δίνουν περισσότερες πληροφορίες. Μιλούν για ένα χείμαρρο, το Βουτουνάτι, μετά τον οποίο πάνω σε λόφο βρισκόταν η πόλη.

Σήμερα, υπάρχει το «Μπουλουβάρι» μια μεγάλη περιοχή γεμάτη τεράστιες πέτρες και χειμάρρους μικρούς και μεγάλους. Πάνω απ’ αυτή την κοιλάδα υπάρχει ο λόφος «Διαβατός» (πέρασμα) στον οποίο υπάρχουν ίχνη παλιού οικισμού, έστω αμυδρά και ασαφή.

Η παράδοση λέει ότι εκεί ήταν πόλη αρχαία, όπως ήδη έχει προαναφερθεί. Επιπλέον είναι σχεδόν σίγουρο (Βλ. τη μαρτυρία της Άννας της Κομνηνής και τα σχετικά με το Πετρογέφυρο) ότι από κει περνούσε ο δρόμος Θεσσαλίας – Μακεδονίας ένας δρόμος ευνοεί την ανάπτυξη πόλεως και μάλιστα οχυρής.

Αυτή η άποψη δεν πρέπει να θεωρηθεί αυθαίρετη γιατί η μόνη άλλη περιοχή στην οποία θα μπορούσε να είχε κτιστεί η αρχαία Φίλα, η πόλη των Γόννων δηλαδή, έχει αποκλειστεί κι από άλλους μελετητές αλλά κι εγώ προσωπικά πιστεύω το ίδιο για τους εξής λόγους:

Αναφέρεται καθαρά από τον Desdevises (αναγκαστικά περιοριζόμαστε στις μαρτυρίες αυτών, γιατί δεν έχουμε άλλες σχετικές πηγές) ότι το Λυκοστόμιο κτίστηκε στα ερείπια της Φίλας. Το Λυκοστόμιο, όπως είδαμε στον Κατακουζηνό και…, βρισκόταν ανατολικότερα των Γόννων οι οποίοι τότε ονομάζονταν Γόλος. Εύλογα λοιπόν δεχόμαστε ότι η Φίλα δεν ήταν κτισμένη στους Γόννους. Κτισμένη, λοιπόν, η πόλη στη θέση Διαβατός αποτέλεσε το τελευταίο οχυρό της Μακεδονίας, υποτάχθηκε στους Ρωμαίους όπως όλες οι Μακεδονικές πόλεις – και πιθανόν έζησε στην αφάνεια τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια.

Όταν τον 7ο και 8ο αι. αλλά και στη συνέχεια, το Βυζάντιο κινδύνεψε από τις επιδρομές των βορείων γειτόνων του, κτίστηκε εκεί το Λυκοστόμιο.

Πιθανολογώντας μπορούμε να πούμε ότι στο λόφο ήταν το φρούριο και η πόλη επεκτάθηκε στην κοιλάδα του Βourouvari.

(Η ονομασία Bourouvari πρέπει να δόθηκε από τους Αλβανούς που έκαναν επιδρομή).

(Βρήκαν άραγε διασκορπισμένους εκεί τους κατοίκους ή τους ανάγκασαν αυτοί με την επιδρομή τους να διασκορπιστούν;)

Εκεί άνθισε το ελληνικό στοιχείο μέχρι τον 15ο αι. οπότε και καταστράφηκαν τα πάντα από τους Τούρκους επιδρομείς, ιδιαίτερα δε οι οχυρές θέσεις όπως ήταν το Λυκοστόμιο.

Πρέπει να υποθέσουμε ότι οι Τούρκοι εκμεταλλεύτηκαν το ντερβένι (στενό, πέρασμα) του Διαβατού, αλλά δεν θα πρέπει να ήταν πολύ ήσυχοι γιατί θα δέχονταν συχνά επιθέσεις κλέφτης.

Αυτό μάλλον τους ανάγκασε να στήσουν την έδρα του τσιφλικιού τους νοτιότερα, όπου ίσως προϋπήρχε Βυζαντινός πύργος – παρατηρητήριο. Στη θέση αυτή, για να είναι περισσότερο ασφαλείς, ήρθαν και κάτοικοι του Διαβατού και έγιναν, για να βγάλουν το ψωμί τους δουλοπάροικοι στα Τουρκικά κτήματα.

Το κολληγοχώρι ονομάστηκε Πυργωτός (από τον Πύργο) και στη συνέχεια Πυργετός κατά την παράδοση, αλλά και σύμφωνα με τις μαρτυρίες των περιηγητών.

Τα χρόνια ήταν δύσκολα, ο λαός μαστιζόταν, δεινά, ελπίδα δεν υπήρχε. Και έπρεπε να ζήσει… Προς στιγμήν, λοιπόν, δουλώθηκε· αναγκαστικά!

Από τον κ. Γεώργιο Καραβάνα, πριν λίγα χρόνια Γραμματέα της κοινότητας Πυργετού, πληροφορηθήκαμε ότι σε κάποια δίκη των Πυργετηνών με τους κατοίκους της Αιγάνης, για μια αμφισβητούμενη περιοχή, το Ανήλιο χρησιμοποιήθηκε από το δικηγόρο κ. Χατζηγιάννη ένα συμβόλαιο ενώσεως Πυργετηνών και Διαβατινών. (Το συμβόλαιο αυτό δεν υπάρχει στην κοινότητα, αλλά και δεν γνωρίζει κανένας κάτι σχετικό).

Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Πυργετός υπήρχε, όταν αναγκάστηκαν οι κάτοικοι του Διαβατού να καταφύγουν εκεί. Και δεν είναι άστοχη αυτή η υπόθεση.

Κάτοικοι όλης της περιοχής για τον φόβο των Τούρκων, μπορούσαν ν’ αποτελέσουν τον πυρήνα στη συνέχεια δε οι άλλοι ενίσχυσαν αυτούς τους πρώτους.

Τον 18ο αι., μετά από πολλά χρόνια σκληρής σκλαβιάς όλη η Θεσσαλία περιήλθε στην κυριότητα του Αλή· ακόμα κι αυτά τα κεφαλοχώρια, Ραψάνη και Κρανιά υποτάχτηκαν.

Ο Αλή Πασάς, γνωστός για τη σκληρότητά του κάποιες φορές είχε ανεξήγητες ευαισθησίες κι έδειχνε σεβασμό μεγάλο και στο Θεό των Ραγιάδων.

Σε μια τέτοια στιγμή φαίνεται ότι έκτισε τον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου το 1779, ο οποίος ανακαινίστηκε το 1856 από τον Ρουμάνο Ιονέσκο.

Με την επανάσταση του 1821 σίγουρα ζωντάνεψε ο πόθος της λευτεριάς και στις ψυχές όλων των Ελλήνων της περιοχής, αλλά οι συνθήκες ήταν τόσο δύσκολες, ώστε καθιστούσαν αδύνατη οποιαδήποτε εξέγερση.

Κατά την κρίση του Ανατολικού ζητήματος, στα 1839-1841, τότε που η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Κρήτη φλέγονταν από Επαναστατική φλόγα, έρχεται ο καπετάν Αποστόλης και ικανοποιεί την επαναστατική διάθεση των Πυργετηνών, των οποίων όμως η τύχη εξακολουθεί να είναι σκληρή και μετά το 1881 όπως θα δούμε.

 

ΙΙ. Μπουλουβάρια

Ξεκινώ από τη θέση του Desdevises, γνωστή ήδη σε μας. Πιστεύει πως το Λυκοστόμιο βρισκόταν στα Μπουλοβάρια. Πράγματι, νομίζω πως είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι οι άλλοι τοποθετούν το Λυκοστόμιο στους Γόννους, κι άλλοι στα Αμπελάκια. Εκεί είχε για ένα διάστημα την έδρα του ο Επίσκοπος Λυκοστομίου. Και οι δύο όμως, υποθέσεις απορρίπτονται από παλιές μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες η πόλη βρισκόταν κάπου έξω της ανατολικής εισόδου των Τεμπών. Αναγκαστικά, λοιπόν πρέπει να δεχτούμε τα Μπουλουβάρια και το Διαβατό σαν θέση του Βυζαντινού Λυκοστομίου.

Όσο αφορά στην Επισκοπή που είχε έδρα της τα Αμπελάκια, δεν νομίζω ότι αναιρεί τη θέση μας. Απλούστατα η επισκοπή διατηρήθηκε και μετά την καταστροφή της πόλεως και ήδρευε στα Αμπελάκια, που ήταν πόλη ακόμα. Σχετικά με την άπψη που θέλει το Λυκοστόμιο στα Μπουλουβάρια Πυργετού θυμίζω τα εξής:

Τις πέντε εκκλησίες που βρίσκονταν εκεί.

Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να ξέρουμε πόσο παλιές είναι, γνωρίζω όμως ότι το 178;, η Αγία Παρασκευή ανακαινίστηκε.

Η ανακαίνιση σημαίνει προύπαρξη και φθορά. Δεν είναι λογικό βεβαίως να πιστέψουμε ότι για πρώτη φορά κτίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σ’ εκείνη την ερημιά, οπότε και χρήματα δεν υπήρχαν, αλλά και εμπόδια παρεμβάλλονταν από τους Τούρκους. Η κτίση της σίγουρα ανάγεται στους Βυζαντινούς χρόνους.

Το ίδιο πρέπει να υποθέσουμε και για τα άλλα τέσσερα εξωκλήσια, γιατί είναι φανερό ότι η μοίρα τους είναι κοινή εντοιχισμένη στην Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Πυργετού πλάκα.

Με βεβαιότητα λέγεται ότι είναι επιτάφια· βρέθηκε (κατά σωστή υπόθεση του Heuzey) στα Μπουλουβάρια κι αναφέρεται σε επίσκοπο. Επισκοπή όμως μόνο μία υπήρχε εκεί του Λυκοστομίου.

Νομίζω πως η πλάκα αυτή αποτελεί δυνατό αποδεικτικό στοιχείο του ότι στην περιοχή μας, στα «Μπουλουβάρια» ήταν το Βυζαντινό Λυκοστόμιο.

Έξω από τον Άγιο Νικόλαο, εξωκλήσι από τα πέντε στην κοιλάδα Μπουλουβάρι, σώζεται ερειπωμένο ένα κτίσμα περίεργο, με κόγχες. Μάλλον λειτουργούσε σαν λουτρό ή – το πιθανότερο κατά τη γνώμη μου – σαν βαπτιστήριο. Ένα βαπτιστήριο όμως μόνο μια επισκοπή θα μπορούσε να δικαιολογήσει.

Εκτός όλων αυτών η παράδοση – πηγή αξιόλογη και γενικά αποδεκτή επιμένει στο ότι σ’ όλη αυτή την περιοχή βρέθηκαν νομίσματα, τάφοι, θεμέλια από διάφορα κτίσματα· μέχρι σήμερα στον κοινοτικό ελαιώνα ξεχωρίζουν ερείπια. Εκτός αυτών, τοπωνύμια, όπως το «Δεσποτικό», ερμηνεύονται απ’ εκείνη την εποχή.

Δεν νομίζω ότι όλα αυτά τα στοιχεία είναι λίγα. Απεναντίας είναι αρκετά, και ικανά να πείσουν τον καθένα ότι το Λυκοστόμιο είχε κτιστεί στα Μπουλουβάρια Πυργετού.

 

Ο Πυργετός μετά το 1881

Το 1881, μετά από αιματηρούς αγώνες και θυσίες η Θεσσαλία απέκτησε την ανεξαρτησία της. Τα σύνορα του ελεύθερου Ελληνικού κράτους μεταφέρθηκαν λίγο βορειότερα του Πυργετού, στη θέση Κούκλιτσα.

Η τύχη των κατοίκων της περιοχής θα περίμενε κανείς να αλλάξει. Δυστυχώς όμως αυτό δεν έγινε. Βέβαια έφυγε ο Τούρκος δυνάστης, γιατί ο Ρασήτ πασάς, παρόλο που είχε το δικαίωμα να διατηρήσει τους τίτλους ιδιοκτησίας, λόγω του δύστροπου και επαναστατικού χαρακτήρα των Πυργετηνών, πούλησε τα κτήματα στους Σκερδαρέ, Μεταξά και Χαλικιόπουλο, αλλά για τους φτωχούς χωρικούς δεν άλλαξε σχεδόν τίποτα.

Πάλι ο αφέντης απαιτούσε τον κόπο τους και εκείνοι δεν είχαν τίποτα δικό τους. Κλίμα δυσπιστίας και καχυποψίας επικρατούσε στις σχέσεις αφέντη και ραγιά. Κατάφερνε βέβαια ο δεύτερος να ξεγελάει τον τσιφλικά, προφασιζόμενος τα ιδιόκτητα και τα βακούφικα κτήματα σηνόψια που είχε ήδη από την Τουρκοκρατία – αλλά η ελευθερία ήταν μακριά.

Προς στιγμή έθρεψε τις ελπίδες των χωρικών η προστασία κάποιου νέου επιστάτη στο Ομόλιο – του Μαρίνου Αντύπα – σύντομα όμως έσβησαν κι αυτές γιατί το 19 δολοφονήθηκε στο κονάκι (σπίτι του επιστάτη0 του Πυργετού από τους θείους του για τις φιλελεύθερες ιδέες του.

Το 1911 επί Βενιζέλου έγινε η απαλλοτροίωση των κτημάτων και μέχρι το 1917 το τρίτο δινόταν στο δημόσιο. Τη χρονιά αυτή κάηκε η Κούλια, και έκτοτε για δέκα χρόνια, οι κάτοικοι πλήρωναν ετήσιο ενοίκιο το γνωστό «γεώμορο», μέχρι που το 1927 έγινε αντί αντιτίμου (του χρεωλυσίου) η διανομή των κτημάτων στους χωρικούς, γεγονός που υπήρξε αφορμή προστριβών ανάμεσα στα τρία χωριά Πυργετός – Αιγάνη – Ραψάνη, για μερικών κτημάτων ήταν αμφισβητούμενη η κυριότητα.

Με την απελευθέρωση ο Πυργετός όπως και τα άλλα χωριά της περιοχής υπαγόταν στον δήμο Ολύμπου που έχει έδρα τη Ραψάνη. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1914, οπότε καταργήθηκαν οι δήμοι από τότε ο Πυργετός αποτελεί χωριστή κοινότητα.

Σχολείο εδώ λειτουργεί από πολύ παλιά ίσως από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Πάντως, κατά τον κ. Γεώργιο Καραβάνα, ο πρώτος γραμματοδιδάσκαλος ήταν ο κ. Πρεσίδης.

Το σχολείο αρχικά στεγαζόταν στον περίβολο της Εκκλησίας και λειτουργούσε σε δύο τμήματα: Παρθεναγωγείο και αρρεναγωγείο.

Το 1915 μεταφέρθηκε στο κονάκι, εφόσον το τσιφλίκι απαλλοτροιώθηκε. Το 1917 που το κονάκι κάηκε, σταμάτησε να λειτουργεί για δύο χρόνια.

Μετά το 1922 κτίζεται με έρανο το σημερινό δημοτικό σχολείο, που συνεχίζει να φωτίζει και να ανοίγει καινούριους ορίζοντες. Τα υπόλοιπα αποτελούν σύγχρονα στοιχεία και να εκτεθούν στο γ΄ μέρος της εργασίας.

Μία συνηθισμένη ιστορία θα σκεφτούν μερικοί.

Μία ζωή γεμάτη μιζέρια, πόνο και σκλαβιά.

Ναι! Παράλληλα όμως και με άσβηστη τη δίψα για τη Λευτεριά. Αυτό το τελευταίο, κάνει την Ιστορία του τόπου μας πολύ σημαντική και αξιόλογη· και μας υπερήφανους, γιατί οι πρόσφατοι πρόγονοί μας μας πότισαν με ιδανικό και όνειρα· μας έδωσαν μάλιστα και τα όπλα για να τα πραγματώσουμε.

 

Ι. Η Αρχαία Πέλλα

Η αρχαία Μακεδονική Πιερία βρισκόταν στο νοτιότερο μέρος της Μακεδονίας, όπου σήμερα ο ομόνυμος νομός. Εκτείνονταν από τον Αλιάκμονα μέχρι τον Πηνειό, που ήταν και το προς νότο σύνορό της.

Κατά τον Στράβωνα, οι πρώτοι της κάτοικοι ήταν οι Πιέριοι ή Πιεριώτες, …κικά και Πελασγικά φύλα που της έδωσαν και το όνομα. Τη χώρα αυτή κατά τον 7ο αι. π.Χ. κατακτούν οι Μακεδόνες για να ελέγχουν τις κινήσεις των Θεσσαλών.

Σχετικά με την ονομασία της Πιερίας διατυπώθηκαν, εκτός απ’ αυτή του Στράβωνα, κι άλλες απόψεις.

Λέγεται ότι η περιοχή ονομάστηκε έτσι από την πόλη Πιερίδα του Ολύμπου ή από τον γενάρχη της φυλής Πίερο. Ο Χατζηδάκις όμως – και η γνώμη του φαίνεται πιο σωστή – ετυμολογεί από τον Πίερα, θηλυκό του επιθέτου πίαρ, που σημαίνει εύφορος.

Η χώρα ήταν ονομαστή για τη Μουσολατρεία. Με τις Ολυμπιάδες και Πιερίδες Μούσες άρχισε ο εξευγενισμός του ανθρώπου και επικρατεί έτσι η λατρεία του Διός και των άλλων Ολυμπίων. Επομένως δίκαια πιστεύεται ότι πρώτοι οι κάτοικοι της Πιερίας ύψωσαν τη δόξα του εκπολιτισμού της Ελληνικής φυλής. Εξάλλου η Μυθολογία θέλει την Πιερία και πατρίδα του Ορφέα, ο οποίος θεωρείται απόστολος του Πολιτισμού.

Επί των Μακεδονικών χρόνων, γνώρισε με πνευματικό κέντρο το Δίο και εμπορικό την Πύδνα, μέρες δόξας που τις επιβεβαίωσαν πρόσφατα οι ανασκαφές στο Δίο. Τότε ήκμασαν κι άλλες πόλεις, σαν τη Μεθώνη, αλλά και μικρότερες όπως η Ατηρα, το Ηράκλειον, τα Λείβηθρα, η Πίμπλεια, η Φίλα. Την πρόοδο αυτή ανάστειλε η Ρωμαϊκή κατάκτηση και στη συνέχεια, κατά τη Βυζαντινή περίοδο, η περιοχή γνώρισε όλες τις βαρβαρικές επιδρομές αλλά οι Πιέριοι κατάφεραν να σώσουν τη φυλή και να μεταλαμπαδεύσουν τα ιδανικά της και στις μέρες μας.

 

ΙΙ. Η Φίλα

α. Ιστορία της Πόλεως

Η Φίλα ήταν πόλη Πιερική, κτισμένη πολύ κοντά στον Πηνειό, για να ελέγχει τις κινήσεις των Θεσσαλών και όσων άλλων επιβουλεύονταν την Μακεδονία από τον νότο. Κτίσθηκε τον 3ο π.Χ. αι.

Ο Στέφανος Βυζάντιος, γεωγράφος του 6ου μ.Χ. αι. στο έργο του «Περί Πόλεων» γράφει τα εξής: «ΦΙΛΑ: Πόλις Μακεδονίας, κτίσμα του Δημητρίου του Αντιγόνου, παιδός, του Γονατά καλουμένου, ος από της Μητρός Φίλας επί του Πηνειού έκτισε πόλιν Φίλαν».

Ο Δημήτριος ο Αντιγόνου είναι γνωστός στην Ιστορία σαν Δημήτριος ΙΙ ο Αιτωλικός, πράγματι δε η μητέρα του κόρη του Σέλευκου ονομάζονταν Φίλα. Φαίνεται ότι στα μέσα του 3ου αι. π..Χ. όταν έκανε τις εξορμήσεις του προς το νότο, θέλησε να έχει ένα οχυρό φρούριο νοτιότερο του Ηρακλείου (σημερινού Πλαταμώνα) κι έτσι έκτισε την πόλη αυτή κοντά στον Πηνειό. Έκτοτε η Φίλα πρέπει να πρόσφερε πολλές υπηρεσίες στους Μακεδόνες, όπως γίνεται φανερό από το νόμισμα που κόπηκε στ’ όνομά της. Σ’ εμάς, όμως, είναι γνωστές μόνο όσες σχετίζονται με τους αγώνες του Περσέα του τελευταίου προμάχου της Ελευθερίας στην Ελλάδα.

Αξίζει να κάνουμε κάποια αναδρομή.

Στη σύγκρουση Ρωμαίων και Μακεδόνων ο Γ΄ Μακεδονικός πόλεμος (171-168 π.Χ.) είναι ο πιο αποφασιστικός. Αυτή την περίοδο και συγκεκριμένα μετά την περίφημη μάχη το Καλίνικο (Μάιος του 171 π.Χ.) γυρίζοντας ο Περσέας στη Μακεδονία, αφού ενίσχυσε την φρουρά των Γόννων, άφησε μικρή δύναμη – κατά τον Desdevises 5000 άνδρες – στη Φίλα υπό τον Τιμόθεο για να ελέγχει τις κινήσεις των Ρωμαίων, ενώ ο ίδιος βάδισε προς την Πέλλα.

Τον Ιούλιο του 169 π.Χ. ο Κόιντος Μάρικος Φίλιππος, Ρωμαίος ύπατος κυρίευσε το Δίο, όπου προηγουμένως είχε το στρατόπεδό του ο Περσίεας, οι δυσκολίες όμως ανεφοδιασμού τον υποχρέωσαν να υποχωρήσει στη Φίλα και από κει ορμώμενος αρκέστηκε στο να καταλάβει το φρούριο του Ηρακλείου.

Θα μπορούσε να πετύχει πολύ περισσότερα εκμεταλλευόμενος τη θέση που κατείχε και παίρνοντας τροφές από τη φιλική το Θεσσαλία, αλλά χρονοτριβούσε άσκοπα. Στη Φίλα ακινητοποιημένος δέχτηκε σε ακρόαση μετά ένα μήνα αντιπροσωπεία της Αχαϊκής Συμπολιτείας υπό τον ίππαρχο Πολύβιο τον Ιστορικό. Αυτή του πρόσφερε πάνδημη σύμπραξη στον κατά τον Περσέα αγώνα, αλλά απορρίφθηκε από τον Κόιντο, γιατί αμφέβαλλε για τα αισθήματα του Πολύβιου. Τον επόμενο χρόνο (Ιούνιο του 168 π..Χ.) έρχεται στο Ρωμαϊκό στρατόπεδο της Φίλας ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος, ο μετέπειτα κτητής του Περσέα. Προχώρησε σε αναγνώριση του εδάφους και κινήθηκε στη συνέχεια στο εσωτερικό της Πιερίας. Στη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) ο Περσέας έχασε το παιχνίδι ο ίδιος μάλιστα κόσμησε το θρίαμβο του Αιμιλίου Παύλου και η Μακεδονία έγινε Ρωμαϊκή επαρχία. Η Φίλα περιλήφθηκε στην «τρίτη» μερίδα από τις τέσσερις της Μακεδονίας. Το κέντρο της ήταν η Πέλλα και τα όριά της έφθαναν μέχρι τις εκβολές του Πηνειού. Ο Στράβωνας αναφερόμενος στις κόμες της Μακεδονίας μιλάει για την Πίμπλεια και τονίζει ότι κατά τους χρόνους της κυριαρχίας των Ρωμαίων είχε αρκετό ενιαύσιο άρχοντα. Μπορούμε να φανταστούμε ότι το ίδιο συνέβαινε και για τη Φίλα όπως και για τις άλλες Μακεδονικές πόλεις.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η Φίλα παύει να αναφέρεται στο εξής, μέχρι τον 6ο μ.Χ. αι. που τη μνημονεύει, όπως είδαμε, ο Στέφανος βυζάντιος κι αυτός όμως δεν διευκρινίζει να υπήρχε η πόλη στην εποχή του.

 

ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

Στο χωριό μας ο μεγάλος διδάσκαλος του Γένους, μίλησε κάτω από το γνωστό μας πουρνάρι στην βορειοανατολική άκρη του Πυργετού. Δεν είναι γνωστό όμως αν έστησε σταυρό και τι απέγινε ο σταυρός. Μάλλον δεν έστησε, διότι όταν πέρασε από το χωριό μας δεν είχε μαζί τον Καραμήτρο. Πρέπει να πέρασε κατά τη 2η πορεία του αμέσως μετά τη Ραψάνη γύρω στα 1765, μια και το επίσημο δρομολόγιό του ήταν: Τύρναβος – Τσαριτσάνη – Ραψάνη – Όλυμπος. Αφού από τη Ραψάνη έπρεπε να πηγαίνει στον Όλυμπο, λογικά έπρεπε να περάσει από το χωριό μας. Περνώντας από τον Όλυμπο συνάντησε τον Καραμήτρο, που από τότε έγινε η σκιά του, και που συνήθιζε να στήνει ένα μεγάλο σταυρό στο μέρος όπου μιλούσε ο εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός.

 

Η Ιστορία του Πυργετού και της περιοχής όπως βγαίνει μέσα από αποσπάσματα βιβλίων που ασχολήθηκαν με το Αγροτικό πρόβλημα της Θεσσαλίας των αρχών του αιώνα μας.

–         Κατάληψη της Θεσσαλίας από τους τούρκους –

 

Κατά το έτος 1330 άρχισαν εισβολές στα πεδινά της Θεσσαλίας οι Αλβανοί. Αποκρούστηκαν βέβαια από τους Φράγκους, επεκράτησαν όμως στην επαρχία Τρικάλων. Καθ’ όλο το 14ο αιώνα η Θεσσαλία βρισκόταν ακόμη υπό την κυριαρχία των Φράγκων.

Τότε ο Έλληνας αρχιεπίσκοπος Φωκίδος, θέλοντας να απαλλαγεί από τα δεινά της Φραγκοκρατίας, προσκάλεσε με επιστολή του τον Βαγιαζάτ όπως καταλάβει τη Θεσσαλία και εκδιώξουν έτσι οι τούρκοι τους φράγκους που η κυριαρχία τους ήταν σκληρότερη και αυτής των τούρκων. Ο Βαγιαζήτ δεν δίστασε να εισακούσει την πρόσκληση και η Θεσσαλία πέρασε στα χέρια των τούρκων κατά τον 15ο αιώνα..

–         Αρπαγή από τον Αλή Πασά των κτημάτων 40 χωριών μεταξύ των οποίων και του Πυργετού –

Κατά το διάστημα των ετών 1814 – 1819 πολλά χωριά αρπάχτηκαν από τον Αλή και τους γιους του ή εκβιάστηκαν να αφιερώσουν την ιδιοκτησία τους προς αποφυγή των δεινών της Αλβανικής λεηλασίας.

Αρπάχτηκαν οι ιδιοκτησίες των κατοίκων των χωριών Ζαρκό, ΠΥΡΓΕΤΟΣ, Γριζάνου, Λασποχώρι, Κουρτέσι, Νεοχώρι, Νεμπεγλέρ, Τζιώτι κ.λπ. Τις περιουσίες αυτές σφετερίστηκε μετά το θάνατο του Αλή ο Σουλτάνος. Τα κτήματα έμειναν στην δικαιοδοσία των τούρκων μέχρι την απελευθέρωση το 1881.

Όμως το ελληνικό κράτος δεν αποκατέστησε τους κατοίκους των παραπάνω χωριών που λεηλατήθηκαν από τους τούρκους. Παραχωρήθηκαν τα τσιφλίκια των τούρκων στους έλληνες πλούσιους που έγιναν τσιφλικάδες στην περιοχή. Έτσι και στην περιοχή του χωριού μας οι κάτοικοι έγιναν ιδιοκτήτες της γης ξανά μόνο μετά τη ρύθμιση του αγροτικού ζητήματος 1920 – 1925.

Όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Αντ. Καρκαβίτσα «Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ» οι προεστοί του Πυργετού δεν αντιστάθηκαν στις επιθυμίες του Αλή και του γιου του Βελή που ήταν πασάς στον Τύρναβο. Σε αντίθεση με τους προεστούς της Ραψάνης του Τσαγεζί και άλλων χωριών οι Πυργετινοί παραχώρησαν τα κτήματα στους τούρκους όμως κατάφεραν να αποσπάσουν κάποια προνόμια για τους κατοίκους της περιοχής. Τέτοια ήταν: Ότι σπείρουν οι χωριάτες, σιτάρι, κριθάρι, βρίζα, αραποσίτι, να δώσουν το ένα τρίτο στον αφέντη τους. Τα σπίτια τους να τα κτίζουν οι ίδιοι και κανείς να μη μπορεί να τους διώξει. Τα αμπέλια και τα ζωντανά τους να είναι δικά τους και κανείς να μην μπορεί να τους τα πάρει. Αυτούς τους όρους διατήρησαν και όταν κατέλαβε την περιοχή ο Χουρσίτ πασάς μετά τη νίκη του επί του Αλή.