ΚΡΑΝΙΑ

ΑιγάνηΡαψάνη – Κρανιά

Χαρακτηρίζεται ως ορεινή περιοχή και ως παραδοσιακός οικισμός.
Η Κρανέα που έχει υψόμετρο 620m και απέχει από την Λάρισα 51,2 χλμ. και είναι η πιο ορεινή περιοχή του δήμου.

Η Κρανιά βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Κάτω Ολύμπου. Υπήρξε «βακούφιον της Σουλτάνας» κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας έχοντας ειδικά προνόμια και την προστασία των κλεφταρματολών που κατάγονταν από την περιοχή, όπως ο Νικοτσάρας. Η Κρανιά αν και κάηκε ολοσχερώς από τους Τούρκους την 1η Απριλίου του έτους 1822, διατηρεί πολλές πλευρές του παραδοσιακού πολιτισμού. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται προσπάθεια ανάπτυξης του χωριού, με την εκτέλεση έργων υποδομής και τις πολιτιστικές δραστηριότητες του εξωραϊστικού συλλόγου. Τα καλοκαίρια η Κρανιά προτιμάται από πολλούς ως τόπος παραθερισμού.

Από τον 16ο ως τις αρχές του 19ου μ. Χ. αιώνα τα χωριά και η περιοχή του Κάτω Ολύμπου και ιδιαίτερα της Κρανιάς, γνωρίζει μια ιδιαίτερη ανάπτυξη και μάλιστα καλλιτεχνική που αποτυπώνεται και διασώζεται μέχρι σήμερα στις εικόνες, τα ξυλόγλυπτα, τα τέμπλα και τα μανουάλια των εκκλησιών του Ιωάννου Προδρόμου, του Αγίου Δημητρίου, του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Ταξιάρχη Μιχαήλ και της Παναγίας, των εισοδίων της Θεοτόκου.

Εκτός από την καλλιτεχνική ανάπτυξη, άνθηση παρουσιάζει και η παραγωγή υφαντών- αλατζάδων- μεταξωτών, βαμβακερών και μάλλινων, αφού στο σημείο

« Κερχανάδες» ήταν τα σπουδαία βαφεία για τον επιχρωματισμό των υφαντών με τη χρήση βολβών ριζαριού, κρόκου, λαπάτων, φύλλων καρυδιάς και άλλων. Η συνεργασία των χωριών μεταξύ τους και ειδικότερα η συνεργασία της Κρανιάς, για το εμπόριο των προϊόντων με τα Αμπελάκια και για την παραγωγή και βαφή των υφαντών με την Ραψάνη, ήταν αγαστή και μάλιστα κατά το πρώτο μισό του 18ου ιδίως μεταξύ Πυργετού- Κρανιάς, καθώς και οι αρδευτικοί – υδρευτικοί πήλινοι αύλακες από διάφορες τοποθεσίες της Κρανιάς για παροχή νερού, που έπρεπε να είναι άφθονο για τις βαφές. αιώνα μ. Χ. , αφού τα υφαντά- προϊόντα θα κατέληγαν για πώληση σε περιώνυμες αγορές της κεντρικής Ευρώπης ( Βουδαπέστη, Βιέννη, Τεργέστη), καθώς και στις Κων/πόλη και Σμύρνη της Ανατολής. Τότε κατασκευάζονται και τα περισσότερα καλντερίμια,

Η πρώην κοινότητα Κρανιάς Ολύμπου, της επαρχίας Τυρνάβου, του νομού Λάρισας, ίσως οφείλει το όνομα της στο φυτό «κρανιά» της οικογένειας των σκιαδανθών των κρανεϊδίων της Ελληνικής χλωρίδας ,την « Κρανέα την Άρρεν», με πρασινοκίτρινους κλάδους γνωστή ως Κρανέα, Κρανεία και Κρανιά, που φυτρώνει άφθονα στην περιοχή των παρυφών του Κάτω Ολύμπου και σε ύψος περίπου 700 μέτρων.

«Κρανιά, χώρα χριστιανική με πεντακόσια σπίτια εις θέσιν γοητευτικήν και τερπνήν, της οποίας οι κάτοικοι εις γεωργίαν δεν προσείχον ούτε γη γεωργήσιμον είχον, αλλά ήτον έμποροι και τεχνίται. Τώρα έρημος και αυτή, οι δε πάλαι κάτοικοι μετώκησαν εις την των Σερρών επαρχίαν κτίσαντες εκεί νέαν πατρίδα.» Αυτά έγραφε το 1838 ο δάσκαλος του γένους Γρ. Κωνσταντάς[1]. Είκοσι χρόνια αργότερα ο γάλλος αρχαιολόγος L. Heuzey (Εζέ) μας πληροφορεί: «Ήταν μια φορά ένα μεγάλο και πλούσιο χωριό. Βρήκα μόνο 80 από τα 400 σπίτια που υπήρχαν. Όλα τα υπόλοιπα ήταν ερείπια. Η Κρανιά καταστράφηκε σχεδόν τελείως από τους Τούρκους στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας (1822). Ήταν ίσως ο τόπος που έδωσε τους περισσότερους καπετάνιους τους κλέφτες και τους αρματολούς του Ολύμπου. Ο περίφημος Νικοτσάρας ήταν από την Κρανιά. .Ήταν προπαντός ο φοβερός Boulouboud πασάς της Θεσσαλονίκης, ο οποίος το 1822 την κατέστρεψε, την έκαψε και την ερήμωσε στην κατάσταση που είναι σήμερα[2].

Είκοσι χρόνια αργότερα (1880) ο Ν. Γεωργιάδης έγραφε στο πολύτιμο βιβλίο του «Θεσσαλία». «Και η Κρανιά πρότερον ευημερούσα και ακμάζουσα διά την υφαντικήν των αλατζάδων, και κατοικουμένη υπό 500 περίπου οικογενειών, παριστά σήμερον μικρόν και άσημον χωρίον, κατοικούμενον υπό 100 οικογενειών. Την φοβεροτέραν δε καταστροφήν υπέστη το χωρίον κατά το 1822 υπό των αγρίων ορδών του αιμοχαρούς Αβδουλαβούτ πασά. Η Κρανιά είναι η πατρίς του διαβοήτου Νικοτσάρα[3].

Έτσι παρουσιάζουν την Κρανιά τρεις σημαντικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα, τονίζοντας πως μέχρι την Επανάσταση του 1822 ήταν ένα πλούσιο χωριό με 500 σπίτια, οι κάτοικοι του οποίου ασχολούνταν με την υφαντουργία και το εμπόριο. Πώς όμως δημιουργήθηκε κι έφτασε σε τέτοια ακμή, και μάλιστα στα χρόνια της σκλαβιάς, η άσημη σήμερα Κρανιά;

Η Κρανιά πήρε ασφαλώς τ’ όνομά της από το δέντρο Κρανιά, που φυτρώνει άφθονο στις πλαγιές της. Κανένας αρχαίος συγγραφέας δε λέει κάτι συγκεκριμένο για την περιοχή του χωριού. Μόνον ο Λατίνος ιστορικός Τίτος Λίβιος (XLIV, 1-7) αναφέρει πως στη θέση Τσαΐρια της Ποταμιάς, κοντά στην κορφή Γκόλιανη, το 169 π.Χ. ο ρωμαϊκός στρατός του ύπατου Κόιντου Μάρκου Φίλιππου δεν μπόρεσε να διασπάσει την άμυνα 12000 Μακεδόνων με αρχηγό τον Ιππία, για να κατέβει μέσω Κρανιάς στην πόλη Φίλα. Έτσι γύρισε πίσω και παίρνοντας το σημερινό δρόμο Καλλιπεύκης – Πλαταμώνα, που τότε ήταν ένα αδιάβατο δάσος, έφτασε στο αρχαίο Ηράκλειο.

Μέχρι το 1000 μ.Χ. δεν έχουμε καμιά άλλη πληροφορία για την περιοχή. Το β΄ όμως μισό του 10ου μ.Χ. αι. αγιορείτικα υπομνήματα αναφέρουν ότι οι κτήτορες της Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους Ιωάννης και Ευθύμιος είχαν μονάσει στην «Κρανείας Μονή» του Ολύμπου, που ήταν στη θέση της σημερινής Παναγίας, στα σκελιά της οποίας λειτουργούσε σχολείο μέχρι το 1905.

Είναι πιθανόν οι πρώτοι κάτοικοι να ήταν υποτακτικοί του μοναστηριού. Καθώς απ’ τις σταυροφορίες κι ύστερα οι καιροί έγιναν δύσκολοι, κάτοικοι του κάμπου άρχισαν ν’ ανεβαίνουν στα ορεινά χωριά, που ήταν ασφαλέστερα. Τότε ασφαλώς ενισχύθηκε πληθυσμιακά κι η Κρανιά, μια που ελέγχει εύκολα τόσο το δρόμο των Τεμπών όσο και το δρόμο που οδηγεί από τον Πυργετό στην Καλλιθέα Ελασσόνας μέσω Καλλιπεύκης και Καρυάς. Ακόμη έχει πολλά νερά, 8 βρύσες (Καλογρίτη, Τσίντζηρα ακατνή και απαλνή, Περδίκη, Βρυσούλι, Μαγγέλα, Μαϊμάρη, Γερμανού) και 14 πηγάδια, που λειτουργούσαν μέχρι πρόσφατα. Η παράδοση λέει ότι στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Κρανιά ενισχύθηκε με τους κατοίκους του χωριού Διαβατού, που διαλύθηκε τον 16ο αιώνα. Από τότε άρχισε σταδιακά ν’ αναπτύσσεται. Το 1592 αναφέρονται Κρανιώτες αφιερωτές στο μοναστήρι των Μετεώρων. Φαίνεται πως, επειδή η Παναγία ήταν μοναστήρι, οι Κρανιώτες έχτισαν τον Άγιο Ταξιάρχη για προστάτη τους.

Καθοριστικό για την ανάπτυξη του χωριού υπήρξε το γεγονός ότι οι κάτοικοι πέτυχαν να γίνει το χωριό τους «βακούφιον της Σουλτάνας», να τεθεί δηλαδή κάτω από την προστασία της Σουλτάνας και να γίνει κεφαλοχώρι. Έτσι άρχισε η βιοτεχνική και εμπορική ανάπτυξη του χωριού, που έφτασε σε μέγιστη ακμή στις αρχές του 19ου αιώνα. Απομεινάρια της λαμπρής αυτής περιόδου είναι οι εικόνες που σώθηκαν, τα τέμπλα από τα τρία εξωκλήσια, τον Πρόδρομο, που χτίστηκε στις 18.10.1765 σύμφωνα με μια επιγραφή, του Αϊ-Λια και του Αγίου Δημητρίου, καθώς και τα πολύτιμα εκκλησιαστικά βιβλία της εποχής. Τότε έγιναν τα καλντερίμια στους εσωτερικούς δρόμους, καθώς και στο δρόμο Κρανιάς – Πυργετού και Κρανιάς – Ραψάνης ως τον Ντση, το αποχετευτικό σύστημα, μέρος του οποίου χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα, η ύδρευση στα σπίτια απ’ τις Μηλιές, το παλιό αυλάκι που μετέφερε νερό στους Κιρχανάδες (= τα εργαστήρια), από τα οποία σώζονται μόνο δύο μυλόπετρες. Τέκνα της εποχής είναι και η πολύ σημαντική οικογένεια τυπογράφων που έδρασαν στη Θεσσαλονίκη και Αθήνα, οι Κ. Γκορμπαλάς και οι γιοι του Αλέξανδρος, Μιλτιάδης, Σοφοκλής.

Τόποι προορισμού των εμπορευμάτων ήταν η Κεντρική Ευρώπη, η Κωνσταντινούπολη, η Μολδοβλαχία και η Σμύρνη. Κομβικό σημείο είναι η Νιγρίτα. Από το 1804 κάθε αγοραπωλησία φέρνει τη σφραγίδα της κοινότητας, που έχει ως σύμβολο το τριφύλλι.

Το 1765 πέρασε από το χωριό ο Άγιος Κοσμάς και μίλησε στους Κρανιώτες στη θέση Τσιαφούτη.

Το 1799 ο Αλή πασάς προσπάθησε να κάνει τσιφλίκι το χωριό. Όμως οι Κρανιώτες νίκησαν το Βελή πασά σε μάχη που έγινε κάτω από τον Άγιο Ταξιάρχη. Έτσι το χωριό έμεινε κεφαλοχώρι. Γι’ αυτό είναι και το μόνο που είχε ιδιόκτητα κτήματα στην περιοχή Κουλούρας.

Το πρώτο μεγάλο χτύπημα δέχτηκε το χωριό με την πανούκλα το 1812/3. Η καταστροφή όμως ήρθε το 1822, όταν το χωριό επαναστάτησε και το κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά ο πασάς της Θεσσαλονίκης Αμπουλαμπούτ. Οι κάτοικοι σκόρπισαν κι οι πιο πολλοί κατέφυγαν στη Νιγρίτα, οι απόγονοι των οποίων επισκέφτηκαν το χωριό το 1982. Το χωριό ερήμωσε. Μόνο 60 οικογένειες έμειναν, για να μαζέψουν ό,τι είχε απομείνει.

Παρά την πικρή εμπειρία οι Κρανιώτες συμμετείχαν σ’ όλες τις επαναστάσεις του Ολύμπου, το 1854 και το 1878, έχοντας μάλιστα κι ένα παιδί τους ως καπετάνιο, τον Ι. Ολύμπιο, κατοπινό δήμαρχο Γόννων, ο οποίος στις 3.9.1881 μπήκε ελευθερωτής στο χωριό του.

Με την οριοθέτηση (3.9.1881) όμως των συνόρων τα δάση, τα βοσκοτόπια και τα πατατοχώραφα του χωριού βρέθηκαν στο τουρκικό κράτος. Γι’ αυτό και οι Κρανιώτες συγκρούονται με το τουρκικό φυλάκιο δημιουργώντας διπλωματικό επεισόδιο. Έτσι έγινε συμφωνία να καλλιεργούν τα χωράφια την ημέρα, αλλά το βράδυ ν’ αποσύρονται. Το 1882 ο Αιγυπτιώτης Κρανιώτης Μιχάλης Ψάλτης χρηματοδοτεί την κατασκευή αυλακιού μεταφοράς του νερού από τη Δέση για τη δημιουργία αλευρόμυλου στη θέση της σημερινής δεξαμενής.

Με την απελευθέρωση οι Κρανιώτες αποφασίζουν να γκρεμίσουν τους παλιούς και να χτίσουν καινούριους και μεγαλύτερους ναούς. Έτσι το 1887 έχτισαν τον Άγιο Ταξιάρχη, ενώ το 1905 την Παναγία.

Το 1897 με τις ελληνοτουρκικές συγκρούσεις εγκαταλείπουν το χωριό και περνούν στο Ομόλιο. Επιστρέφουν μετά το τέλος του πολέμου. Στο μακεδονικό αγώνα συμμετέχουν αρκετοί Κρανιώτες. Θυσιάστηκαν δύο, ο Α. Σαρακατσιάνος και ο Δ. Οικονόμου. Το 1915 ιδρύθηκε ο εξωραϊστικός σύλλογος νέων, ο οποίος φρόντισε για τον εξωραϊσμό του χωριού και τη δημιουργία χώρων αναψυχής στις δύο άκρες, στο Πλάι και στο Χοροστάσι. Ακόμα ανεβάζει θεατρικές παραστάσεις, όπως η περίφημη Γκόλφω.

Μέχρι το 1930 η ζωή του χωριού και της περιοχής κυριαρχείται από τα κατορθώματα του Κρανιώτη αρχιληστή Δ. Τζιατζιά. Οι Κρανιώτες ασχολούνται με τη γεωργία, όσοι κυρίως έχουν ιδιόκτητα κτήματα στην Κουλούρα, την αμπελουργία, τη σηροτροφία και προπαντός με επαγγέλματα. Γίνονται οι καλύτεροι μαραγκοί, ασβεστάδες, παπουτσήδες, σαμαράδες κλπ. δουλεύοντας στα γύρω χωριά.

Στην κατοχή οι Γερμανοί καίνε το χωριό (13.10.1943), ενώ από τον Οκτώβριο του 1947 ο κυβερνητικός στρατός εξαναγκάζει τους Κρανιώτες να μετοικήσουν πρώτα στον Πυργετό κι ύστερα στη Λάρισα. Επιστρέφουν στις 15.5.1950. Τη δεκαετία του ’40-’50 χάνονται 37 παλικάρια. Αν και προσπάθησαν να ξαναστήσουν το χωριό, οι συνθήκες είχαν αλλάξει ριζικά. Έτσι μέχρι το 1970 το χωριό είχε διαλυθεί. Το σύνολο των Κρανιωτών είχε εγκατασταθεί στη Λάρισα, ασκώντας οι άντρες το επάγγελμα του οικοδόμου. Μπορεί μάλιστα να λεχθεί ότι η Λάρισα χτίστηκε από τους Κρανιώτες. Από το 1980 το χωριό άρχισε να εξελίσσεται σε θερινό παραθεριστικό κέντρο. Το 1965 υδροδοτήθηκαν όλα τα σπίτια, ενώ το 1968 ηλεκτροφωτίστηκαν.

Έχει δύο συλλόγους τον «Εξωραϊστικό Σύλλογο Κρανιάς», που ιδρύθηκε το 1977 και τον «Σύλλογο για τη συντήρηση και ανάδειξη των Κειμηλίων», το 2006.

Σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι είναι 30 – 40 γέροντες. Σε λίγα χρόνια η Κρανιά θα είναι αποκλειστικά ένα ορεινό παραθεριστικό χωριό.

Γιάννης Μπασλής, Δρ. Φ.

[1] Γιώργος Θωμάς (1991). Η ανέκδοτη χωρογραφία της Α. Θεσσαλίας (1838) από το Γρ. Κωνσταντά, σελ. 23

[2] L. Heurey (1860). Le mont Olympe et l’ Acarnanie, σελ. 85-86

[3] Ν. Γεωργιάδης (1880). Θεσσαλία, Αθήνα, σελ. 264-265